«Γιάννης ο Φονιάς»: Η απαγόρευση που έγινε ψηφιακό αντάρτικο

«Γιάννης ο Φονιάς»: Η απαγόρευση που έγινε ψηφιακό αντάρτικο

σχετικά άρθρα

Ένας απαγορευμένος «Γιάννης ο Φονιάς» πυροδότησε ένα πρωτοφανές ψηφιακό αντάρτικο στα social media, αναγκάζοντας χιλιάδες χρήστες να ανεβάζουν το εμβληματικό τραγούδι. Η απαγόρευση του κληρονόμου του Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργου, στον Μανώλη Μητσιά να το ερμηνεύσει σε συναυλία, έριξε λάδι στη φωτιά μιας παλιάς διαμάχης για την πνευματική ιδιοκτησία.

Το τραγούδι, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, έγινε viral εκ νέου. «Νιώθουν επαναστάτες, σαν να ακούν Θεοδωράκη στη χούντα», σχολιάζουν πολλοί, μετατρέποντας την απαγόρευση σε σύμβολο αντίστασης. Μια αντίσταση, όμως, που ξεχνά τα βασικά.

Η πνευματική δημιουργία δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Ανήκει στον δημιουργό της ή στους κληρονόμους του, οι οποίοι έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να τη διαχειρίζονται. Ειδικά σε μια χώρα όπου «ο λαός τραγούδι θέλει», η μουσική αποτελεί μια βαριά βιομηχανία με σημαντικούς τζίρους. Η άποψη περί «κοινοκτημοσύνης» είναι καθαρός λαϊκισμός.

Η περίπτωση του Μανώλη Μητσιά, που ήταν προσωπική επιλογή των δημιουργών πριν από πενήντα τόσα χρόνια, διαφέρει. Ο ίδιος αντιμετώπισε την απαγόρευση με αξιοπρέπεια, αποδίδοντάς την σε «παρατρεχάμενους» και όχι στον Γιώργο Χατζιδάκι προσωπικά.

Ωστόσο, η «εθνική εχθροπάθεια» έκανε μετάσταση. Ο Γιώργος Χατζιδάκις βρέθηκε στον τάκο, ένα «εύκολο» προς αποδόμηση πρόσωπο. Είδαμε χυδαιότητες, αναφορές στο ότι δεν είναι βιολογικός γιος, ή σενάρια για το τι θα έκανε ο συνθέτης αν ζούσε. Όλα αυτά αποπροσανατολίζουν από την ουσία.

Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Στρατής Πασχάλης, ο Μάνος Χατζιδάκις απέστρεψε το πρόσωπό του από την πολιτιστική παρακμή, υπερασπιζόμενος την Ομορφιά. Η λέξη «απαγορεύεται» είναι αταίριαστη με το πνεύμα του. Το ερώτημα παραμένει: μήπως χάνεται το μέτρο και οδηγούμαστε, από άλλο δρόμο, στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που θέλει να εμποδίσει η απαγόρευση; Η διαμάχη αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή και πώς αυτή επηρεάζει την πρόσβαση του κοινού στην τέχνη που αγαπά.