Η ψευδαίσθηση της απόλυτης ασφάλειας: H Τουρκία μπαίνει ξανά στο στόχαστρο του Ισραήλ μετά το Ιράν
Πώς η στρατηγική της στρατιωτικής επιβολής και η διπλωματική ανεπάρκεια της Ουάσινγκτον αναδιατάσσουν την ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο, εμπλέκοντας άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα, την ώρα που το ουκρανικό μέτωπο καταρρέει.
Μια από τις πιο διορατικές παρατηρήσεις στη σύγχρονη γεωπολιτική ιστορία, την οποία είχε διατυπώσει παλαιότερα ο Χένρι Κίσινγκερ, συνοψίζει ιδανικά το σημερινό δράμα στη Μέση Ανατολή: το δόγμα της απόλυτης ασφάλειας για ένα κράτος ισοδυναμεί αναπόφευκτα με την απόλυτη ανασφάλεια για όλους τους γείτονές του. Αυτή ακριβώς η αντίληψη διατρέχει την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ σήμερα, αλλά και την ευρύτερη στρατηγική της πολιτικής Δύσης. Καθώς το αμερικανικό και ισραηλινό γεωπολιτικό αποτύπωμα δοκιμάζεται σκληρά σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Γάζα και τον Λίβανο μέχρι τον Περσικό Κόλπο και την Ουκρανία, αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Πώς η Τουρκία και το Ιράν μετατρέπονται στους απόλυτους ανασταλτικούς παράγοντες για τα δυτικά σχέδια στην περιοχή;

Οι πρόσφατες εκτιμήσεις από κορυφαίους αναλυτές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλύπτουν μια δυσάρεστη αλήθεια για την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ. Η στρατηγική της αμιγώς στρατιωτικής προσέγγισης, χωρίς ίχνος ρεαλιστικού διπλωματικού σχεδίου, οδηγεί τη Δύση σε μια πρωτοφανή κόπωση. Για εμάς στην Ελλάδα, η προσεκτική ανάγνωση αυτής της αμερικανικής οπτικής είναι ζωτικής σημασίας, καθώς η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας ως αυτόνομου πόλου ισχύος επηρεάζει άμεσα τις ισορροπίες σε Αιγαίο και Κύπρο.
Η ανατομία της ισραηλινής στρατηγικής και η τουρκική απειλή
Η πρόσφατη, σχεδόν προφητική δήλωση του πρώην Ισραηλινού πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ, ότι το Ισραήλ –αφού τελειώσει με το Ιράν– θα πρέπει αναπόφευκτα να αντιμετωπίσει την Τουρκία, αποκαλύπτει τον πυρήνα της ισραηλινής σκέψης. Κάθε χώρα με την ικανότητα να αντιπαρατεθεί στο Ισραήλ, σε οποιοδήποτε πλαίσιο, αντιμετωπίζεται αυτόματα ως στόχος που πρέπει να υποταχθεί.

Η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας είναι βαθιά και πολυεπίπεδη. Το Ισραήλ διατηρεί στενούς δεσμούς με τους Κούρδους του βορείου Ιράκ, εφαρμόζοντας το δόγμα του «διαιρεί και βασίλευε», πρακτική που βρίσκει απολύτως αντίθετη την Άγκυρα. Παράλληλα, το Τελ Αβίβ βλέπει την τουρκική επιρροή στη Συρία ως άμεση απειλή. Σε γενικές γραμμές, το Ισραήλ δεν διαθέτει διπλωματική στρατηγική. Εδώ και 78 χρόνια βασίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική του υπεροχή, αρνούμενο να καταθέσει ένα βιώσιμο ειρηνευτικό σχέδιο για τους Παλαιστίνιους ή τους γείτονές του. Συνεπώς, όσο υπάρχει ένας ισχυρός παίκτης στη Δυτική Ασία (Μέση Ανατολή), η ισραηλινή ηγεσία αισθάνεται ότι το περιβάλλον της δεν είναι ασφαλές.
Ο γεωπολιτικός άξονας της Άγκυρας και η ελληνική διάσταση
Η Τουρκία, ωστόσο, δεν είναι ένας συνηθισμένος αντίπαλος. Κατέχει μια απολύτως κομβική θέση στον παγκόσμιο χάρτη. Είναι αδύνατον για οποιαδήποτε υπερδύναμη να χαράξει πολιτική για την Κεντρική Ασία, τη Ρωσία, τον Εύξεινο Πόντο, τον Καύκασο, τα Βαλκάνια, την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία, το Ιράκ ή ακόμα και το Κέρας της Αφρικής, χωρίς τη σιωπηρή ή ανοιχτή συγκατάθεση της Άγκυρας. Αυτή η γεωγραφική “κατάρα” και ταυτόχρονα “ευλογία” της δίνει τεράστια διαπραγματευτική ισχύ.
Στη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχή, και ειδικά μετά την απόρριψή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση –η οποία διατηρεί συχνά έναν χαρακτήρα κλειστού “χριστιανικού” κλαμπ, βλέποντας με καχυποψία την ενσωμάτωση ενός τεράστιου μουσουλμανικού κράτους– η Τουρκία άλλαξε ρότα. Απομακρύνθηκε από τον στόχο της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και, υπό την ηγεσία του Ερντογάν, επαναπροσδιόρισε την ταυτότητά της. Σήμερα προβάλλει μια έντονα ασιατική, ισλαμική και κεντροασιατική ταυτότητα. Στο ΝΑΤΟ, παραμένει μέλος, αλλά η σχέση της θυμίζει περισσότερο μια Αντάντ (Entente) υπό όρους, παρά μια συμμαχία απόλυτης αφοσίωσης.

Για τα ελληνικά δεδομένα, αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο. Η μετατροπή της Τουρκίας σε ηγετική δύναμη εντός του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (ένα μπλοκ 57 χωρών και 2 δισεκατομμυρίων μουσουλμάνων) σημαίνει ότι η Αθήνα έχει πλέον απέναντί της όχι απλώς έναν «δύστροπο γείτονα», αλλά έναν αναθεωρητικό δρώντα με αυτοπεποίθηση παγκόσμιας εμβέλειας. Η ακραία αντι-ισραηλινή ρητορική της Άγκυρας μπορεί να περιορίζεται προς το παρόν σε επίπεδο εντυπώσεων και όχι πράξεων στο πεδίο της Γάζας, ωστόσο καθιστά την ομαλοποίηση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων δομικά αδύνατη, διαμορφώνοντας νέες συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ιρανικό αδιέξοδο και η αμερικανική στρατηγική εξάντληση
Ενώ η Τουρκία αποτελεί το μακροπρόθεσμο «αγκάθι», το Ιράν αποτελεί τον άμεσο στόχο. Η ιδέα ότι το Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, θα μπορούσε να επιφέρει ένα καίριο, καταστροφικό χτύπημα στην Τεχεράνη –κόβοντας το “κεφάλι του φιδιού”– φαίνεται πλέον ότι ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Σύμφωνα με την ίδια την ηγεσία των IDF (Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις), ο στρατός τους είναι υπερεκτεταμένος και εξουθενωμένος σε Γάζα, Λίβανο και Συρία.
Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν αυτή τη στιγμή μια καθαρή στρατιωτική επιλογή απέναντι στο Ιράν, η οποία να μην κοστίσει δυσανάλογα περισσότερο από το όποιο όφελος. Ο οπλισμός και τα συστήματα αεράμυνας τόσο των Αμερικανών όσο και των Ισραηλινών έχουν υποστεί τεράστια φθορά από τις συνεχείς αναχαιτίσεις drones και πυραύλων. Επί της ουσίας, το Ισραήλ έχει προσπαθήσει να αναθέσει “εργολαβικά” την καταστροφή του Ιράν στις ΗΠΑ.
Σε αυτό το μέτωπο διεξάγεται ένας άτυπος διαγωνισμός αντοχής: Ποιος μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του περισσότερο κάτω από το νερό. Το Ιράν πιστεύει, μάλλον ορθά, ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τις ΗΠΑ. Βρίσκεται στη φυσική του περιοχή, έχει προσαρμοστεί στις κυρώσεις και διαθέτει την ικανότητα να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ. Η αμερικανική προσπάθεια για έναν de facto ναυτικό αποκλεισμό έχει τεράστιο ρίσκο: η Τεχεράνη έχει υιοθετήσει πλέον την ισραηλινή τακτική της δυσανάλογης αντίδρασης. Ενώ το διεθνές δίκαιο επιτάσσει τα αντίποινα να είναι ανάλογα του πλήγματος, το Ιράν πλέον απαντά με πολλαπλάσια ισχύ σε κάθε αμερικανική ή ισραηλινή πρόκληση. Ο κίνδυνος βύθισης ενός αμερικανικού πολεμικού πλοίου είναι πιο ορατός από ποτέ.
Η ομηρία Τραμπ και ο διπλωματικός παραλογισμός
Στο αμερικανικό εσωτερικό, η κατάσταση περιγράφεται με τον σκακιστικό όρο Zugzwang (Τσούκτσβανγκ): δηλαδή, η κατάσταση όπου όποια κίνηση κι αν κάνεις, επιδεινώνεις τη θέση σου. Υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ, η αλλαγή στάσης μέσα σε μια νύχτα και οι απρόβλεπτες δηλώσεις του, αποτελούν μια ιδιοφυή διαπραγματευτική τακτική για να μπερδέψει τον αντίπαλο. Η αλήθεια είναι πολύ πιο πεζή.
Ο Τραμπ δεν είναι “ο μάγος του deal”, αλλά κυρίως της εκβιαστικής προσέγγισης. Μπορεί να εκφοβίσει, αλλά αδυνατεί να κλείσει μια λειτουργική συμφωνία αμοιβαίου οφέλους. Οι δίαυλοι επικοινωνίας με το Ιράν (μέσω Ομάν, Κατάρ ή άπειρων ερασιτεχνών απεσταλμένων) δεν αποτελούν πραγματικές διαπραγματεύσεις. Το Ιράν γνωρίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία μπορεί να ανατραπεί από τον Αμερικανό πρόεδρο κατά το δοκούν. Παράλληλα, ο Τραμπ είναι όμηρος τόσο των Αμερικανών ψηφοφόρων του –που τρέμουν την εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου στα 200 δολάρια το βαρέλι αν κλείσει το Ορμούζ– όσο και του ισχυρού φιλο-ισραηλινού λόμπι που χρηματοδοτεί τις εκστρατείες του.

Από την πλευρά του, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εισάγει συνεχώς “δηλητηριώδη χάπια” σε κάθε απόπειρα διαπραγμάτευσης, γνωρίζοντας ότι μια πιθανή παύση των εχθροπραξιών θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη δικαιοσύνη και την απειλή φυλάκισης στο εσωτερικό του Ισραήλ. Το στρατηγικό όραμα απουσιάζει, δίνοντας τη θέση του στην αγωνία για την πολιτική, ή και φυσική, επιβίωση των ηγετών.
Η τακτική των ψευδών εκεχειριών και ο κίνδυνος ανάφλεξης
Αυτό που παρακολουθούμε διεθνώς είναι η εξάπλωση του φαινομένου των «εκεχειριών ισραηλινού τύπου». Πρόκειται για καταστάσεις όπου ανακοινώνεται μια εκεχειρία, στην οποία η μία πλευρά υποτίθεται ότι πρέπει να σταματήσει να πυροβολεί, ενώ η άλλη συνεχίζει απρόσκοπτα τη δράση της. Στη Γάζα βλέπουμε ακριβώς αυτό: μιλούν για εκεχειρίες ενώ ο ισραηλινός στρατός επεκτείνει τον εδαφικό του έλεγχο (από το 53% προχωρά στο 70% της λωρίδας).
Το σχέδιο να αφοπλιστεί η Χαμάς είναι αδύνατον να επιτευχθεί στρατιωτικά, ενώ το λεγόμενο “Συμβούλιο Ειρήνης” λειτουργεί ως κακόγουστη φάρσα, χωρίς πραγματικά μέλη ή πολιτική βούληση, παρά μόνο με ελάχιστα κονδύλια για τη μίσθωση κάποιων γραφείων. Οι έννοιες έχουν χάσει το νόημά τους.
Το ουκρανικό μέτωπο και η ρωσική προέλαση
Η αδυναμία των ΗΠΑ να παράξουν βιώσιμες λύσεις αντανακλάται με οδυνηρό τρόπο και στο έδαφος της Ουκρανίας. Ενώ το αμερικανικό Κογκρέσο συζητά την απελευθέρωση κονδυλίων για το Κίεβο, η πικρή αλήθεια είναι ότι η δυτική πολεμική βιομηχανία αδυνατεί να αντικαταστήσει τον εξοπλισμό με τον ρυθμό που αναλώνεται.
Η πρόσφατη επίθεση της Ουκρανίας κατά ρωσικών εδαφών (όπως στην Αγία Πετρούπολη), η οποία πιθανότατα έγινε με χρήση του εναέριου χώρου νατοϊκών χωρών της Βαλτικής, εγγυάται μια τρομακτική ρωσική αντικλιμάκωση-απάντηση, με στοχοποίηση ενεργειακών και παραγωγικών υποδομών. Ο πρόεδρος Ζελένσκι, αναλωνόμενος σε σαρκαστικές και ειρωνικές επιστολές προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν, λειτουργεί με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης, αποκομμένος από την πραγματικότητα του μετώπου.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία του Πούτιν είναι ξεκάθαρη στους στόχους της: ολοκληρωτικός έλεγχος του Ντονέτσκ, του Λουχάνσκ, της Ζαπορίζια και της Χερσώνας. Μόνο όταν το Κρεμλίνο επιτύχει αυτά τα συγκεκριμένα εδαφικά κέρδη θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Και αυτό, διότι η Μόσχα δεν έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη στις διαπραγματευτικές προθέσεις ούτε των Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία σπαταλά τον χρόνο της σε ατέρμονες ιδεολογικές συζητήσεις για το αν πρέπει καν να συνομιλεί με τους Ρώσους.
Το τέλος της δυτικής ηγεμονίας και τα διδάγματα για την Αθήνα
Βρισκόμαστε ενώπιον της κατάρρευσης της αρχιτεκτονικής ασφαλείας που έχτισαν οι ΗΠΑ μεταπολεμικά. Η Ουάσινγκτον αποδεικνύεται αυτό που αναλυτές ονομάζουν «ικανή να μην καταλήγει σε συμφωνίες» (agreement incapable). Η απαξίωση της επαγγελματικής διπλωματίας και των παραδοσιακών κανόνων διακυβέρνησης έχει αφήσει τις ΗΠΑ χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία για την επίλυση κρίσεων. Ακόμα και εντός του ΝΑΤΟ, τα κράτη-μέλη αρχίζουν να κρατούν αποστάσεις από τις αμερικανικές αποφάσεις (όπως η άρνηση χρήσης του εναέριου χώρου τους για αμερικανικές επιχειρήσεις στη Δυτική Ασία).
Για την Ελλάδα, τα μηνύματα είναι ηχηρά και απαιτούν στρατηγική εγρήγορση. Το παραδοσιακό δόγμα ότι το “διεθνές δίκαιο” και οι “δυτικές συμμαχίες” λειτουργούν ως αυτόματη ασπίδα προστασίας, καταρρέει. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η ωμή στρατιωτική ισχύς (βλέπε Ισραήλ, Ρωσία) και ο γεωπολιτικός εκβιασμός (βλέπε Τουρκία, Ιράν) διαμορφώνουν την πραγματικότητα στο πεδίο. Η ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος και η διεύρυνση των περιφερειακών συμμαχιών, χωρίς την τυφλή εξάρτηση από κέντρα αποφάσεων που αυτή τη στιγμή αδυνατούν να ελέγξουν το ίδιο τους το αφήγημα, δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης στη νέα, εξαιρετικά ασταθή γεωπολιτική σκακιέρα.
