Η εύθραυστη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, η νέα συμφωνία με το Ιράν και ο ρόλος Τραμπ
Πώς η αμερικανική εξωτερική πολιτική αναδιαμορφώνει τις παγκόσμιες συμμαχίες, η σύγκρουση με το Πεκίνο για την τεχνητή νοημοσύνη και το αγεφύρωτο χάσμα Ουάσιγκτον-Ευρώπης
Η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στην επικείμενη –όπως όλα δείχνουν– υπογραφή μιας νέας συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Οι εξελίξεις αυτές, ωστόσο, δεν αποτελούν ένα μεμονωμένο διπλωματικό γεγονός, αλλά εντάσσονται σε ένα πολύ ευρύτερο και εξαιρετικά περίπλοκο ψηφιδωτό παρασκηνιακών πιέσεων. Λίγες ημέρες πριν, στο περιθώριο της συνόδου των G7 στη Γενεύη, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε στο επίκεντρο ασφυκτικών πιέσεων από τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Ρώσος ηγέτης, βλέποντας τα σχέδια του Κρεμλίνου να συναντούν ανυπέρβλητα εμπόδια, φέρεται να επεδίωξε να χρησιμοποιήσει την αμερικανική επιρροή προκειμένου να κάμψει τις ευρωπαϊκές αντιστάσεις στο ζήτημα της Ουκρανίας.
Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό και ασταθές διεθνές περιβάλλον, οι κορυφαίοι αναλυτές και τα επιτελεία πληροφοριών εστιάζουν στο κατά πόσο οι συμφωνίες που διακυβεύονται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή έχουν πραγματικό στρατηγικό αντίκρισμα ή αν αποτελούν απλώς επικοινωνιακά πυροτεχνήματα με ημερομηνία λήξης. Η επικείμενη υπογραφή με την Τεχεράνη έχει προκαλέσει ήδη σφοδρές διχογνωμίες στους κόλπους της Ουάσιγκτον, εγείροντας κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της αμερικανικής στρατηγικής, τον ρόλο των αναδυόμενων ασιατικών δυνάμεων και την ευρύτερη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, η οποία επηρεάζει άμεσα και την Ευρώπη.
Η αθέατη πλευρά και η εύθραυστη φύση της αμερικανοϊρανικής συμφωνίας
Παρά την έκδηλη αισιοδοξία που εκπέμπεται από τον Λευκό Οίκο για την άμεση υπογραφή της συμφωνίας, οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών σκιαγραφούν μια πολύ πιο σκοτεινή και απαισιόδοξη εικόνα. Σύμφωνα με υψηλόβαθμες αναλύσεις, το οικοδόμημα αυτής της διαπραγμάτευσης είναι εξαιρετικά εύθραυστο και κινδυνεύει να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Οι βασικές ανησυχίες των ειδικών εστιάζονται κυρίως στον ασταθή παράγοντα του Ισραήλ και του Λιβάνου, όπου μια ενδεχόμενη στρατιωτική ανάφλεξη ή μια λανθασμένη κίνηση αντιποίνων θα μπορούσε να τινάξει ολόκληρη τη διπλωματική προσπάθεια στον αέρα.

Παράλληλα, τίθεται το κρίσιμο ζήτημα της πυρηνικής συμμόρφωσης από την πλευρά της Τεχεράνης. Εάν το Ιράν δεν σημειώσει απτή και μετρήσιμη πρόοδο στο πυρηνικό του πρόγραμμα μέσα σε ένα ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα εξήντα ημερών, οι Αμερικανοί ενδέχεται να επιστρέψουν στο τραπέζι δηλώνοντας τη συμφωνία άκυρη. Το μόνο ουσιαστικό, χειροπιαστό και άμεσο όφελος που προκύπτει από αυτή τη φάση των διαπραγματεύσεων φαίνεται να είναι η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Αν και αυτό το βήμα αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική “ανάσα” για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και το διεθνές εμπόριο, σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με ουσιαστική ειρήνευση στην περιοχή. Στην πραγματικότητα, η παρούσα κατάσταση κρίνεται αισθητά χειρότερη από το status quo που επικρατούσε πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Δεν μιλάμε για ένα νέο, στιβαρό Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), αλλά μάλλον για μια αναγκαστική συνθηκολόγηση και ανοχή.
Η ιστορική σύγκριση με τη συνθήκη του Ομπάμα και το πραγματικό κόστος
Μια ενδελεχής σύγκριση της παρούσας διαπραγματευτικής τακτικής με την αντίστοιχη συμφωνία που είχε συνάψει η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα, αποκαλύπτει βαθιές δομικές αδυναμίες της εξωτερικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Εκείνη η συμφωνία του 2015, παρά τα όποια ελαττώματά της, την αδυναμία της να περιορίσει τους βαλλιστικούς πυραύλους και την υπερβολική επικοινωνιακή της προβολή από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι, αποτελούσε μια πολυμερή συνθήκη. Περιελάμβανε στενούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, γεγονός που δέσμευε το ιρανικό καθεστώς σε ένα αυστηρό διεθνές πλαίσιο επιθεωρήσεων.

Αντιθέτως, η συμφωνία που προωθεί σήμερα η αμερικανική διοίκηση έχει έναν αυστηρά μονομερή χαρακτήρα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, σε περίπτωση που το Ιράν αισθανθεί γεωπολιτικά ενισχυμένο στο εγγύς μέλλον μέσω νέων περιφερειακών συμμαχιών, θα έχει πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια και ελευθερία κινήσεων για να αθετήσει τους όρους της. Δεν θα αντιμετωπίζει ένα ενιαίο μέτωπο κυρώσεων. Επιπλέον, το γεγονός αυτό καθιστά τις δεσμεύσεις της Τεχεράνης πολύ πιο χαλαρές σε σύγκριση με το παρελθόν, υπονομεύοντας μακροπρόθεσμα τα στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης.
Το παρασκήνιο των δισεκατομμυρίων και η αμερικανική υποκρισία
Ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της νέας συμφωνίας είναι η απελευθέρωση τεράστιων κεφαλαίων προς το ιρανικό καθεστώς. Παρόλο που ο Ντόναλντ Τραμπ στο παρελθόν είχε κατακρίνει με σφοδρότητα την κυβέρνηση Ομπάμα για την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων (τα διαβόητα 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια σε “παλέτες μετρητών”), τα ποσά που διακυβεύονται στο σημερινό τραπέζι είναι πολλαπλάσια. Τα κεφάλαια αυτά –περίπου 3 δισεκατομμύρια που φέρεται να έχουν ήδη αποδεσμευτεί και άλλα 24 δισεκατομμύρια που βρίσκονται στη διαδικασία απελευθέρωσης– δίνονται αποκλειστικά και μόνο για να διατηρηθούν ανοιχτά τα Στενά, χωρίς καμία απολύτως παραχώρηση στο πυρηνικό μέτωπο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτά τα χρήματα δεν θα προέλθουν από τα αμερικανικά ταμεία, αλλά από τα κράτη του Κόλπου, όπως το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ύστερα από ισχυρή παρασκηνιακή καθοδήγηση της Ουάσιγκτον. Η αντίφαση είναι προφανής: μια αμερικανική διοίκηση που ξεκίνησε με διακηρυγμένο στόχο να στραγγαλίσει οικονομικά το ιρανικό καθεστώς και να στηρίξει τις εσωτερικές δημοκρατικές εξεγέρσεις, καταλήγει να διευκολύνει την εισροή δισεκατομμυρίων στην Τεχεράνη, απλώς για να βρει μια διέξοδο από ένα στρατηγικό αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε. Όσο για τις φημολογίες περί ενός μεγαλεπήβολου “ταμείου ανοικοδόμησης” ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο κύκλοι του Λευκού Οίκου ήλπιζαν να έχουν προνομιακή πρόσβαση σε συμβόλαια, αυτές ανήκουν μάλλον στη σφαίρα της φαντασίας, θυμίζοντας τα ανεδαφικά σχέδια για τη μετατροπή της Γάζας σε ένα “νέο Ντουμπάι”.
Ο πολιτικός ελιγμός μετακύλισης ευθυνών και η υποβάθμιση του Βανς
Η εσωτερική πολιτική διαχείριση αυτής της διπλωματικής αναδίπλωσης αναδεικνύει τις πλέον γνώριμες πρακτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχει βρεθεί στη εξαιρετικά δυσάρεστη θέση να επωμιστεί εξ ολοκλήρου το βαρύ πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας που κρίνεται, αντικειμενικά, αδύναμη και αναποτελεσματική. Ενώ ο Βανς ανέκαθεν διαφωνούσε με την ιδέα αυτού του πολέμου και επιθυμούσε τον γρήγορο τερματισμό του, το γεγονός ότι κορυφαίοι υποστηρικτές του προέδρου, όπως ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, σπεύδουν να χαρακτηρίσουν δημοσίως τη συμφωνία ως “αποκλειστικό έργο του πολιτικού Βανς”, αποκαλύπτει τη διάθεση του Λευκού Οίκου να αποποιηθεί των ευθυνών του.
Η ανάγνωση είναι ξεκάθαρη: αν η συμφωνία ήταν ιστορικά επωφελής και ισχυρή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ίδιος ο Τραμπ θα είχε αναλάβει πλήρως την πατρότητά της, προβάλλοντάς την ως προσωπικό του θρίαμβο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην παρούσα φάση, όμως, με τα ποσοστά αποδοχής του να έχουν κατρακυλήσει στο 38%, ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά απεγνωσμένα αποδιοπομπαίους τράγους. Είναι αδύνατον να κατηγορήσει τους Ευρωπαίους –αφού προχώρησε σε συγκρούσεις χωρίς να τους ενημερώσει– ούτε τους Άραβες συμμάχους, ούτε καν τον Νετανιάχου στο Ισραήλ. Το βάρος της αποτυχίας επιχειρείται να μετατεθεί εσωτερικά, αναδεικνύοντας τις σοβαρές ρωγμές στη δομή της αμερικανικής διοίκησης.
Τα δομικά ελαττώματα της προεδρίας και η συστηματική αγνόηση των ειδικών
Το ουσιαστικό πρόβλημα ωστόσο υπερβαίνει τα πρόσωπα και αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξωτερική πολιτική την τελευταία δεκαετία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σύμφωνα με κορυφαίους αναλυτές, η προεδρία Τραμπ χαρακτηρίζεται από τρία θεμελιώδη και ενίοτε καταστροφικά στοιχεία. Πρώτον, τις προσωπικές αυταρχικές τάσεις του προέδρου και τον ανοιχτό θαυμασμό του για αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Πούτιν, ο Σι Τζινπίνγκ και ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Δεύτερον, τη συστηματική τάση για εμπλοκή προσωπικών και οικογενειακών οικονομικών συμφερόντων στον σκληρό πυρήνα της κρατικής πολιτικής.
Το τρίτο και σημαντικότερο στοιχείο είναι η βαθιά πολιτική ανικανότητα στο πεδίο του σχεδιασμού. Η τελευταία εκφράζεται μέσα από την πλήρη και συστηματική απαξίωση των ειδικών και των θεσμικών συμβούλων του κράτους. Σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων, από την επιβολή επιθετικών δασμών μέχρι τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, φυσικά, τις κυρώσεις στο Ιράν, ο Τραμπ τείνει να λαμβάνει αποφάσεις βασιζόμενος αποκλειστικά στο προσωπικό του ένστικτο. Ακόμα και όταν οι σύμβουλοί του προειδοποιούσαν ρητά για την επερχόμενη αποτυχία στον Περσικό Κόλπο, εκείνος προχώρησε αγνοώντας τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος που θεωρείται πλέον ως μια εντυπωσιακή αμερικανική στρατηγική ήττα.
Η ανάδυση νέων στρατηγικών στρατοπέδων: Το ισλαμικό και το αβρααμικό μπλοκ
Οι συνεχείς αστοχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν έμειναν χωρίς συνέπειες, καθώς έχουν επιταχύνει ραγδαία τη δημιουργία νέων, ισχυρών συνασπισμών στη Μέση Ανατολή. Αυτή τη στιγμή, οι διεθνολόγοι παρατηρούν την ανάδυση δύο διακριτών, και εν πολλοίς ανταγωνιστικών, γεωπολιτικών μπλοκ που αναδιαμορφώνουν πλήρως τις ιστορικές ισορροπίες. Από τη μία πλευρά, διαμορφώνεται το ισλαμικό μπλοκ, στο οποίο εντάσσονται με διακριτούς ρόλους η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, το Κατάρ, η Τουρκία και, σε έναν βαθμό, η Αίγυπτος. Οι χώρες αυτές αναζητούν νέους τρόπους θωράκισης των συμφερόντων τους, μακριά από την αποκλειστική επιρροή της Δύσης.
Στον αντίποδα, έχει δημιουργηθεί το αβρααμικό μπλοκ, με βασικούς πρωταγωνιστές τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ινδία (όπως διαφαίνεται και μέσα από πρωτοβουλίες τύπου I2U2). Αυτά τα δύο στρατόπεδα έχουν εντελώς διαφορετικές μακροπρόθεσμες στοχεύσεις. Το αβρααμικό μπλοκ ποντάρει ξεκάθαρα στην απόλυτη τεχνολογική υπεροχή, τη στενή στρατιωτική συνεργασία με τη Δύση και την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη (AI). Τα Εμιράτα έχουν ταυτιστεί πλήρως με την αμερικανική και ισραηλινή τεχνολογία ασφαλείας, στοχεύοντας στην ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη μέσω της καινοτομίας.
Ο κινεζικός δράκος στη Μέση Ανατολή και η νέα ενεργειακή πραγματικότητα
Την ίδια στιγμή, το ισλαμικό μπλοκ στρέφει όλο και περισσότερο το βλέμμα του προς την Ανατολή, και συγκεκριμένα προς το Πεκίνο. Η Κίνα αποτελεί πλέον τον βασικότερο αποδέκτη του πετρελαίου που εξάγουν οι χώρες του ΟΠΕΚ, υπό την ηγεσία του Ριάντ. Όμως το ενδιαφέρον της Σαουδικής Αραβίας για την Κίνα έχει πάψει προ πολλού να περιορίζεται στο εμπόριο υδρογονανθράκων. Με δεδομένη την πολιτική ρευστότητα στις ΗΠΑ και την απροθυμία της Ουάσιγκτον να προμηθεύσει συγκεκριμένα οπλικά συστήματα αιχμής, οι Σαουδάραβες στρέφονται πλέον στους Κινέζους για την ανάπτυξη του βαλλιστικού τους προγράμματος και για την προμήθεια φθηνότερης, αλλά αξιόπιστης τεχνολογίας, προετοιμαζόμενοι ακόμη και για το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής αμερικανικής κυβέρνησης το 2028.
Η κινεζική επιρροή στη Μέση Ανατολή έχει μια θεμελιώδη διαφορά από την αμερικανική: δεν ασκείται μέσω άμεσης στρατιωτικής παρουσίας. Οι κινεζικές βάσεις περιορίζονται στο Τζιμπουτί. Η επιρροή τους χτίζεται πάνω σε μια ασφυκτική εμπορική και διπλωματική “ήπια ισχύ” (soft power). Έπαιξαν τον ρόλο του βασικού διαμεσολαβητή στην ιστορική εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, ενώ παράλληλα προσφέρουν ισχυρές εναλλακτικές λύσεις στον τομέα της τεχνολογίας, μέσα από μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ανοικτού κώδικα (όπως το DeepSeek) και γιγαντιαία έργα υποδομών. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στα αραβικά κράτη να σπάσουν το μονοπώλιο της δυτικής εξάρτησης.
Το αγεφύρωτο ρήγμα ΗΠΑ – Ευρώπης και ο πόλεμος της τεχνολογίας
Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο παζλ, ο ρόλος της Ευρώπης μοιάζει όλο και πιο επισφαλής. Η πρόσφατη σύνοδος των G7 ανέδειξε περίτρανα τη σταδιακή, αλλά σταθερή, διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ευρωπαίων εταίρων τους. Οι ηγέτες της Γηραιάς Ηπείρου αισθάνονται πλέον εγκλωβισμένοι σε μια αμερικανική εξωτερική πολιτική που στερείται συντονισμού, διαφάνειας και στρατηγικού βάθους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που επιτείνει αυτή την ανησυχία είναι η ολομέτωπη σύγκρουση στο πεδίο της υψηλής τεχνολογίας και των δεδομένων.
Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να θέσει αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές κορυφαίων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης (όπως τα προηγμένα μοντέλα της Anthropic), κρατώντας ουσιαστικά την αποκλειστική χρήση τους για τις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας και αποκλείοντας τους συμμάχους, έχει σημάνει γενικό συναγερμό σε Βερολίνο, Παρίσι και Βρυξέλλες. Με αυτές τις τακτικές, η Ουάσιγκτον τοποθετεί πρακτικά έναν “διακόπτη τερματισμού” (kill switch) σε ζωτικής σημασίας τεχνολογίες. Αυτό καθιστά τους Ευρωπαίους όχι ισότιμους συμμάχους, αλλά κράτη απολύτως εξαρτώμενα και στρατηγικά ευάλωτα στις ορέξεις του εκάστοτε ενοίκου του Λευκού Οίκου. Η έλλειψη συντονισμού και η ωμή εργαλειοποίηση των ιστορικών συμμαχιών διαμορφώνουν πλέον ένα σκοτεινό κλίμα βαθιάς δυσπιστίας, το οποίο αναπόφευκτα θα καθορίσει την πορεία των διατλαντικών σχέσεων και της παγκόσμιας ειρήνης για τα επόμενα κρίσιμα χρόνια.
