Σαν σήμερα «έφυγε» η Μαρία Κάλλας: Από την κορυφή της όπερας στον μεγάλο έρωτα με τον Ωνάση και το τέλος στο Παρίσι

Η δύσκολη σχέση με τη μητέρα της, τα πρώτα βήματα στην Αθήνα, η διεθνής καταξίωση και η προσωπική ιστορία με τον Έλληνα εφοπλιστή που απασχόλησε τον Τύπο της εποχής

Σαν σήμερα «έφυγε» η Μαρία Κάλλας: Από την κορυφή της όπερας στον μεγάλο έρωτα με τον Ωνάση και το τέλος στο Παρίσι

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πέθανε στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Στα τελευταία χρόνια της είχε απομακρυνθεί από τα φώτα της δημοσιότητας και ζούσε στο διαμέρισμά της μαζί με την οικονόμο της. Πίσω της άφηνε μια καριέρα που την είχε οδηγήσει στις σημαντικότερες σκηνές της όπερας, αλλά και μια προσωπική ζωή γεμάτη δύσκολες σχέσεις, απογοητεύσεις και απώλειες.

σχετικά άρθρα

Ξεχωριστή θέση σε αυτή την προσωπική διαδρομή είχε ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 1957 και η σχέση τους εξελίχθηκε σε ένα από τα περισσότερο συζητημένα ειδύλλια της εποχής. Η Κάλλας εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα τον επί μία δεκαετία σύζυγό της, Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, όμως η ιστορία της με τον Ωνάση δεν είχε την κατάληξη που ενδεχομένως προσδοκούσε. Το 1968 εκείνος παντρεύτηκε την Τζάκι Κέννεντι.

Η ζωή της Κάλλας, όμως, είχε αρχίσει πολύ μακριά από τη λάμψη που θα γνώριζε αργότερα.

Η Μαρία Άννα Σεσίλια Σοφία Καλογεροπούλου γεννήθηκε στο Μανχάταν στις 2 Δεκεμβρίου 1923. Οι γονείς της ήταν Έλληνες μετανάστες: ο Γεώργιος Καλογερόπουλος καταγόταν από το Νεοχώρι Ιθώμης Μεσσηνίας και η Ευαγγελία Δημητριάδου από τη Στυλίδα Φθιώτιδας.

Στο πιστοποιητικό γέννησής της εμφανίζεται ως Sophie Cecelia Kalos, καθώς ο πατέρας της είχε αλλάξει το επίθετό του σε «Κάλλος», ώστε να προφέρεται ευκολότερα από τους Αμερικανούς.

Τα πρώτα χρόνια της δεν ήταν ανέφελα. Οι γονείς της είχαν έντονες διαφωνίες και τελικά χώρισαν. Η μητέρα της είχε αποκτήσει πριν από τη Μαρία δύο ακόμη παιδιά, την Υακίνθη το 1917 και τον Βασίλη το 1922. Ο Βασίλης πέθανε από μηνιγγίτιδα σε ηλικία μόλις δύο ετών.

Η σχέση της Κάλλας με τη μητέρα της παρέμεινε δύσκολη και στα επόμενα χρόνια. Η ίδια θεωρούσε ότι η μεγαλύτερη αδελφή της ήταν εκείνη που απολάμβανε την προτίμηση της μητέρας τους και αργότερα μίλησε δημόσια για όσα βίωσε:

«Η αδερφή μου ήταν λεπτή και όμορφη και φιλική και η μητέρα μου πάντοτε την προτιμούσε. Εγώ ήμουν το ασχημόπαπο, παχουλή και άχαρη και καθόλου δημοφιλής. Είναι άκαρδο να κάνεις ένα παιδί να νιώθει άσχημο και ανεπιθύμητο […]. Δεν θα τη συγχωρήσω ποτέ που μου αφαίρεσε την παιδική μου ηλικία. Κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων που θα έπρεπε να παίζω και να μεγαλώνω, εγώ τραγουδούσα ή έβγαζα λεφτά. Όλα όσα έκανα για εκείνους ήταν κυρίως καλά και όλα όσα έκαναν σε εμένα ήταν κυρίως κακά».

Το 1957 είχε εκφράσει και τη θέση της για την πίεση που μπορεί να ασκείται στα παιδιά που εμφανίζονται από πολύ μικρά μπροστά στο κοινό: «θα πρέπει να υπάρξει ένας νόμος ενάντια στον καταναγκασμό των παιδιών να δίνουν παραστάσεις σε μικρή ηλικία», προσθέτοντας ότι «τα παιδιά πρέπει να έχουν μια υπέροχη παιδική ηλικία. Δεν πρέπει να τους δίνονται υπερβολικά μεγάλες ευθύνες».

Η επιστροφή στην Αθήνα και ο δρόμος προς τη διεθνή καταξίωση

Το 1937, μετά τον χωρισμό των γονιών της, η μητέρα της πήρε τις δύο κόρες της και επέστρεψε στην Αθήνα. Για τη νεαρή Μαρία ξεκινούσε τότε η περίοδος κατά την οποία η μουσική θα γινόταν το κέντρο της ζωής της.

Η πρώτη προσπάθεια να γίνει δεκτή στο Ωδείο Αθηνών δεν είχε επιτυχία. Η φωνή της ήταν ακόμη άγουρη και δεν είχε την απαιτούμενη εκπαίδευση. Η μητέρα της απευθύνθηκε στη συνέχεια στη Μαρία Τριβέλλα, καθηγήτρια μονωδίας στο Εθνικό Ωδείο, η οποία ανέλαβε τη διδασκαλία της χωρίς να δεχτεί χρήματα.

Η Τριβέλλα διαπίστωσε ότι η Κάλλας δεν ήταν κοντράλτο, όπως αρχικά της είχε παρουσιαστεί, αλλά δραματική υψίφωνος. Άρχισε έτσι συστηματική δουλειά πάνω στη φωνή της, με την Κάλλας να αφιερώνει στη μελέτη πέντε έως έξι ώρες την ημέρα.

Η πρώτη συναυλιακή εμφάνισή της πραγματοποιήθηκε στις 11 Απριλίου 1938, όταν ερμήνευσε ένα ντουέτο από την «Τόσκα» του Πουτσίνι στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός».

Αργότερα πέρασε με επιτυχία από νέα ακρόαση στο Ωδείο Αθηνών και βρέθηκε κοντά στην Ισπανίδα σοπράνο και καθηγήτρια μονωδίας Ελβίρα ντε Ιδάλγο. Η Κάλλας παρακολουθούσε τα μαθήματα όχι μόνο των υψιφώνων, αλλά και άλλων φωνών, φτάνοντας στο ωδείο μαζί με τον πρώτο μαθητή και φεύγοντας με τον τελευταίο.

Η επαγγελματική πορεία της άρχισε στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Κατά τη σεζόν 1940-1941 έκανε το επίσημο ντεμπούτο της στον μικρό ρόλο της Βεατρίκης στην οπερέτα «Βοκκάκιος» του Φραντς φον Σουπέ.

Στις 27 Αυγούστου 1942 ήρθε ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος, όταν εμφανίστηκε ως Τόσκα στην ομώνυμη όπερα του Πουτσίνι. Ακολούθησαν νέες παραστάσεις, ενώ το 1944 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο στον «Πρωτομάστορα».

Τον Σεπτέμβριο του 1945 αποφάσισε να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας ήδη συμμετάσχει σε 56 παραστάσεις επτά διαφορετικών οπερατικών έργων και 20 ρεσιτάλ.

Η πορεία που ακολούθησε την έφερε στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές σκηνές. Η Όπερα της Ρώμης, η Σκάλα του Μιλάνου, η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου και το Παρίσι αποτέλεσαν ορισμένους από τους σημαντικότερους σταθμούς της καριέρας της.

Παράλληλα, στην Ιταλία γνώρισε τον βιομήχανο και φιλόμουσο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι. Παντρεύτηκαν το 1949 και εκείνος ανέλαβε σημαντικό ρόλο στη διαχείριση πολλών πλευρών της επαγγελματικής της ζωής. Στην κορυφαία περίοδο της σταδιοδρομίας της εμφανιζόταν μάλιστα ως Maria Meneghini Callas.

Η γνωριμία με τον Ωνάση και η ανατροπή στην προσωπική της ζωή

Τον Σεπτέμβριο του 1957, η κοσμικογράφος Έλσα Μάξγουελ έφερε στο ίδιο πάρτι τη Μαρία Κάλλας και τον Αριστοτέλη Ωνάση. Από εκείνη τη γνωριμία γεννήθηκε μια σχέση που σύντομα πέρασε από την ιδιωτική σφαίρα στα πρωτοσέλιδα.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1959, η Κάλλας άφησε τον Μενεγκίνι, ύστερα από δέκα χρόνια γάμου. Το 1966 απεκδύθηκε την αμερικανική υπηκοότητά της και κράτησε μόνο την ελληνική, ώστε να διαλύσει νομικά τον γάμο της, ο οποίος είχε τελεστεί σε Ρωμαιοκαθολική εκκλησία.

Η σχέση της με τον Ωνάση συνεχίστηκε μέχρι το 1968, όταν ο εφοπλιστής την άφησε και τον Οκτώβριο παντρεύτηκε την Τζάκι Κέννεντι, χήρα του δολοφονηθέντος προέδρου των ΗΠΑ Τζον Φ. Κέννεντι.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια, η σχέση της Κάλλας με την Ελλάδα παρέμενε ισχυρή και μέσα από τις εμφανίσεις της. Το 1957 επέστρεψε για το Φεστιβάλ Αθηνών και εμφανίστηκε στις 5 Αυγούστου στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ερμηνεύοντας άριες από ιταλικά, γερμανικά και γαλλικά οπερατικά έργα.

Το 1960 ακολούθησε ένας ακόμη σημαντικός σταθμός. Στις 24 και 28 Αυγούστου εμφανίστηκε στην Επίδαυρο ως Νόρμα, με σκηνοθέτη τον Αλέξη Μινωτή και διευθυντή ορχήστρας τον Τούλιο Σεραφίν. Για την εμφάνισή της συμφώνησε να διαθέσει την αμοιβή της για τη δημιουργία των Υποτροφιών Μαρία Κάλλας, που είχαν στόχο να στηρίξουν ανερχόμενους καλλιτέχνες. Έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Επίδαυρο για τη «Μήδεια».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν πολύ διαφορετικά από την εποχή της μεγάλης λάμψης. Η Κάλλας αποτραβήχτηκε από τη δημοσιότητα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

Το 1975 πέθανε ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ενώ την ίδια χρονιά δολοφονήθηκε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Και οι δύο απώλειες φέρεται να στοίχισαν ιδιαίτερα στην υψίφωνο.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Ωνάση, η Μαρία Κάλλας πέθανε από καρδιακή προσβολή στο διαμέρισμά της στο Παρίσι.

Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου στον Ελληνορθόδοξο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου, παρουσία μεταξύ άλλων της αδελφής της, της Γκρέις Κέλι και της Καρολίνας του Μονακό. Η σορός της αποτεφρώθηκε στο Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ.

Τον Ιούνιο του 1979, έπειτα από σύντομη τελετή, ο τότε υπουργός Πολιτισμού Δημήτρης Νιάνιας σκόρπισε την τέφρα της από πυραυλάκατο που έπλεε στον Σαρωνικό Κόλπο.

Από τη δύσκολη παιδική ηλικία και τα ατελείωτα μαθήματα στην Αθήνα μέχρι τη διεθνή αναγνώριση, τις ιστορικές εμφανίσεις και τη σχέση της με τον Ωνάση, η ζωή της Μαρίας Κάλλας κινήθηκε ανάμεσα στη μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία και στις έντονες προσωπικές ανατροπές. Στα 53 της χρόνια είχε ήδη διανύσει μια διαδρομή που την είχε μετατρέψει σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της όπερας του 20ού αιώνα.