Το «ΝΑΤΟ» της Μέσης Ανατολής και οι μεγάλες αδυναμίες του: Τι μπορεί να τινάξει στον αέρα τη συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν
Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας προβλέπει ότι επίθεση σε ένα από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων – Όμως οι διαφορετικοί εχθροί, η απουσία κοινής διοίκησης και το άλυτο ζήτημα της ηγεσίας δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τη διάρκειά της
Ο πόλεμος με το Ιράν αλλάζει σταδιακά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, καθώς οι επανειλημμένες επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο και η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποκαταστήσουν πλήρως τη ναυσιπλοΐα και τις ενεργειακές μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ ωθούν χώρες της περιοχής να εξετάσουν πιο διαφοροποιημένες αμυντικές συνεργασίες.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της τάσης εμφανίστηκε στις αρχές Αυγούστου, όταν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας.
Το νέο σχήμα έχει ήδη συγκριθεί με το ΝΑΤΟ, καθώς προβλέπει ότι «οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων», μια διατύπωση που παραπέμπει ευθέως στο Άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Παράλληλα, η συμφωνία προβλέπει την ενίσχυση όλων των πτυχών της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των τριών χωρών. Ωστόσο, το πλήρες κείμενό της δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα, με αποτέλεσμα σημαντικές λεπτομέρειες για τη λειτουργία της να παραμένουν άγνωστες.
Η υπογραφή της προκάλεσε έκπληξη τόσο στην περιοχή όσο και διεθνώς. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε πάντως θετικός, δηλώνοντας ότι είναι «πολύ χαρούμενος» που βλέπει «τη Μέση Ανατολή να ενώνεται» και ότι οι χώρες της περιοχής θα μπορούν επιτέλους «να υπερασπιστούν τον εαυτό τους με πιο ουσιαστικό τρόπο».

Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που ευνοούν τη συνεργασία των τριών χωρών. Και οι τρεις αποτελούν στενούς εταίρους ασφαλείας των ΗΠΑ και χρησιμοποιούν ευρύ φάσμα αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Παράλληλα, βρίσκονται όλες στην ευρύτερη γειτονιά του Ιράν. Το Πακιστάν βρίσκεται στα ανατολικά του, η Τουρκία στα βορειοδυτικά και η Σαουδική Αραβία απέναντι, στην άλλη πλευρά του Περσικού Κόλπου.
Και οι τρεις έχουν κατά περιόδους διατηρήσει δύσκολες σχέσεις με την Τεχεράνη. Μόλις το 2024, για παράδειγμα, Πακιστάν και Ιράν αντάλλαξαν πλήγματα με επίκεντρο το ζήτημα του Μπαλουχιστάν.
Από τις τρεις διμερείς σχέσεις, η στενότερη είναι εκείνη μεταξύ Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες είχαν ήδη υπογράψει ξεχωριστή αμυντική συμφωνία το 2025.
Πακιστάν και Τουρκία έχουν επίσης έρθει πιο κοντά τα τελευταία χρόνια. Κατά τη διάρκεια της τετραήμερης σύγκρουσης με την Ινδία τον Μάιο του 2025, το Πακιστάν χρησιμοποίησε τουρκικά drones.

Πιο απρόσμενη θεωρείται η σύγκλιση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας, δεδομένης της σοβαρής διπλωματικής κρίσης που είχε προκαλέσει η δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018. Η σημερινή συνεργασία τους δείχνει, ωστόσο, πόσο γρήγορα μπορούν να μεταβληθούν οι περιφερειακές ισορροπίες.
Ήδη έχει ανοίξει και η συζήτηση για πιθανή διεύρυνση της συμμαχίας. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι το σχήμα δεν θα πρέπει να περιοριστεί στις τρεις σημερινές χώρες.
«Υπό το όραμα του προέδρου μας, δεν πρέπει να παραμείνουμε περιορισμένοι σε τρεις χώρες. Πρέπει να μεγαλώσουμε και, εάν χρειαστεί, να φέρουμε και άλλες χώρες κάτω από αυτή την ομπρέλα», ανέφερε.
Η Τουρκία έχει ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία δεν στρέφεται κατά κάποιας συγκεκριμένης χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, ούτε αντικαθιστά τις υφιστάμενες στρατηγικές συμμαχίες και σχέσεις των μελών της.
Ως πιθανότερο νέο μέλος εμφανίζεται η Αίγυπτος. Ο Φιντάν δήλωσε ότι πιστεύει πως «στο επόμενο στάδιο» η Αίγυπτος θα βρεθεί επίσης μέσα στη συμμαχία, προσθέτοντας ότι οι δύο πλευρές ήδη συμπεριφέρονται μεταξύ τους «σαν να ήταν μέλη συμμαχίας».
Οι διαφορετικοί εχθροί που δοκιμάζουν το «επίθεση στον έναν, επίθεση σε όλους»
Πίσω από την εντυπωσιακή διατύπωση περί συλλογικής άμυνας υπάρχουν, όμως, βαθιές αντιφάσεις.
Η πρώτη αφορά το πιο βασικό στοιχείο μιας στρατιωτικής συμμαχίας: την κοινή αντίληψη για την απειλή.
Το ΝΑΤΟ δημιουργήθηκε απέναντι σε έναν κοινό αντίπαλο, τη Σοβιετική Ένωση. Στην περίπτωση της Συμφωνίας της Μέκκας, δεν είναι σαφές ποια δύναμη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο κοινός εχθρός που θα συνδέσει μόνιμα τα τρία μέλη.
Για τη Σαουδική Αραβία, η βασικότερη απειλή είναι το Ιράν. Για την Τουρκία, η ανάλυση θεωρεί ότι η αντίληψη απειλής επικεντρώνεται στο Ισραήλ. Για το Πακιστάν, ο βασικός αντίπαλος είναι η Ινδία.
Αυτό δημιουργεί το προφανές ερώτημα: εάν μία από τις τρεις χώρες δεχθεί επίθεση από τον δικό της αντίπαλο, θα ενεργοποιηθεί πράγματι η αρχή ότι επίθεση στον έναν αποτελεί επίθεση εναντίον όλων;
Οι τρεις κυβερνήσεις έχουν δεσμευτεί ότι θα πραγματοποιούν διαβουλεύσεις. Δεν είναι όμως σαφές εάν οι διαβουλεύσεις αυτές θα μεταφράζονται και σε στρατιωτική βοήθεια.
Σύμφωνα με το GM, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή ορισμένα μέλη της νέας συμμαχίας έχουν στενές σχέσεις με τους αντιπάλους άλλων μελών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ινδία και η Σαουδική Αραβία, οι οποίες έχουν ενισχύσει τις σχέσεις τους την τελευταία δεκαετία. Το ερώτημα, επομένως, είναι εάν το Ριάντ θα επέλεγε πράγματι να βοηθήσει το Πακιστάν σε μια μελλοντική σύγκρουση με το Νέο Δελχί.
Υπάρχει ήδη προηγούμενο που δείχνει τα όρια των δεσμεύσεων μεταξύ των σημερινών εταίρων. Στο παρελθόν, η Σαουδική Αραβία είχε ζητήσει από το Πακιστάν να αποστείλει στρατεύματα, πλοία και αεροσκάφη στον πόλεμο της Υεμένης. Το πακιστανικό κοινοβούλιο, όμως, ψήφισε κατά της συμμετοχής στη σύγκρουση.
Το περιστατικό δείχνει ότι ακόμη και στενοί εταίροι αξιολογούν τελικά τα ζητήματα πολέμου και ειρήνης βάσει των δικών τους εθνικών συμφερόντων.
Ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά την ηγεσία της συμμαχίας.
Στο ΝΑΤΟ, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών ως κεντρικής δύναμης είναι σαφής. Στη Συμφωνία της Μέκκας δεν υπάρχει αντίστοιχη απάντηση.
Η Σαουδική Αραβία είναι η πλουσιότερη οικονομία μεταξύ των τριών και θεματοφύλακας των δύο ιερών τεμενών του Ισλάμ. Η Τουρκία μπορεί να στηρίξει τις δικές της περιφερειακές φιλοδοξίες στην ιστορική κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ διαθέτει και τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ.
Το Πακιστάν, από την πλευρά του, είναι το μοναδικό κράτος του ισλαμικού κόσμου που διαθέτει πυρηνικά όπλα.
Καθεμία από τις τρεις χώρες διαθέτει επομένως δικούς της λόγους για να διεκδικεί αυξημένο ρόλο. Το ερώτημα ποιος θα αναλάβει τελικά την καθοδήγηση του σχήματος παραμένει ανοιχτό.

Χωρίς αρχηγείο, κοινή διοίκηση και ενιαία πολιτική βάση
Εξίσου σημαντική είναι η απουσία μιας γνωστής επιχειρησιακής δομής.
Μια πραγματική στρατιωτική συμμαχία χρειάζεται αρχηγείο, μηχανισμούς διοίκησης και κοινό στρατιωτικό σχεδιασμό. Το ΝΑΤΟ διαθέτει σαφή ιεραρχία και μόνιμες δομές διοίκησης με έδρα τις Βρυξέλλες.
Για τη Συμφωνία της Μέκκας δεν έχει ανακοινωθεί πού θα βρίσκεται το αρχηγείο, αν θα δημιουργηθεί κοινή διοίκηση ή ποιος θα έχει την επιχειρησιακή ευθύνη σε περίπτωση κρίσης.
Χωρίς τέτοιους μηχανισμούς διοίκησης και ελέγχου, η συμφωνία κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο μια δήλωση πολιτικής πρόθεσης παρά ένας πραγματικά λειτουργικός μηχανισμός συλλογικής άμυνας.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής συνοχής.
Η ανάλυση χρησιμοποιεί και πάλι το ΝΑΤΟ ως σημείο σύγκρισης, υποστηρίζοντας ότι τα μέλη του μοιράζονται κοινά συμφέροντα και αξίες. Στην περίπτωση των τριών κρατών της Μέκκας, οι πολιτικές τους δομές και ιδεολογικές προτεραιότητες παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές.
Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση της ως κορυφαίου ισλαμικού κράτους, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζει εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.
Το Πακιστάν περιγράφεται ως δημοκρατία με ισχυρή επιρροή των ενόπλων δυνάμεων και με τη θρησκεία να χρησιμοποιείται και ως εργαλείο πολιτικής.
Η Τουρκία χαρακτηρίζεται ως δημοκρατία που βρίσκεται υπό πίεση και ταυτόχρονα προβάλλει την ιδεολογία του πολιτικού Ισλάμ.
Ακριβώς σε αυτό το τελευταίο σημείο υπάρχει και μία ακόμη σημαντική αντίθεση, καθώς η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει το πολιτικό Ισλάμ και ιδιαίτερα τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως απειλή για το καθεστώς της.
Οι εσωτερικές αντιφάσεις του νέου σχήματος είναι επομένως σημαντικές: δεν υπάρχει ένας ξεκάθαρος κοινός εχθρός, δεν υπάρχει ακόμη κοινή επιχειρησιακή διοίκηση, δεν έχει επιλυθεί το ζήτημα της ηγεσίας και δεν υπάρχει ενιαία πολιτική ή ιδεολογική βάση.
Έτσι προκύπτει το βασικό ερώτημα για το μέλλον της συμφωνίας: τι ακριβώς θα κρατήσει ενωμένες τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν;
Ένας πιθανός συνεκτικός παράγοντας είναι η δυσαρέσκεια απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και η επιθυμία των τριών χωρών να διαφοροποιήσουν τις αμυντικές τους σχέσεις. Παραμένει όμως άγνωστο κατά πόσο αυτό θα είναι αρκετό όταν τελειώσει ο πόλεμος με το Ιράν και μεταβληθούν ξανά οι συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή.
Η Συμφωνία της Μέκκας προκαλεί έτσι αναπόφευκτες συγκρίσεις με το CENTO, μια προηγούμενη προσπάθεια δημιουργίας συμμαχίας στην ίδια ευρύτερη περιοχή.
Το 1955, η Τουρκία, το Ιράκ, η Βρετανία, το Ιράν και το Πακιστάν δημιούργησαν το Σύμφωνο της Βαγδάτης, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Central Treaty Organization.
Δύο από τα σημερινά μέλη της Συμφωνίας της Μέκκας, η Τουρκία και το Πακιστάν, συμμετείχαν και σε εκείνο το σχήμα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υπογράψει διμερείς αμυντικές συμφωνίες με το Ιράν, το Πακιστάν και την Τουρκία, αλλά δεν έγιναν ποτέ επίσημο μέλος του CENTO.
Το ίδιο το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει επισημάνει ότι το CENTO δεν κατάφερε ποτέ να προσφέρει στα μέλη του έναν πραγματικό μηχανισμό εγγύησης της συλλογικής τους άμυνας.
Το Ιράκ αποχώρησε το 1959 και η οργάνωση διαλύθηκε οριστικά το 1979 μετά την Ιρανική Επανάσταση, χωρίς να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι η νέα συμφωνία θα έχει αναγκαστικά την ίδια κατάληξη. Αναδεικνύει όμως το βασικό στοίχημα που έχουν μπροστά τους τα τρία κράτη: να αποδείξουν ότι η διατύπωση «επίθεση σε έναν σημαίνει επίθεση σε όλους» μπορεί να λειτουργήσει και όταν τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα αρχίσουν να συγκρούονται.

