Το «παραθυράκι» των 18 δισ. δολαρίων του Ζάκερμπεργκ – Τι κέρδισε η Meta από τον μεγάλο συμβιβασμό

Η συμφωνία με 52 γενικούς εισαγγελείς των ΗΠΑ παρουσιάστηκε ως ιστορική τιμωρία για τη Meta, όμως οι πληρωμές απλώνονται σε μία δεκαετία, μέρος τους εξαρτάται από τους ανταγωνιστές της και ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ απέφυγε να καταθέσει – Οι επίμαχες εσωτερικές έρευνες για την επίδραση των πλατφορμών στους εφήβους

Το «παραθυράκι» των 18 δισ. δολαρίων του Ζάκερμπεργκ – Τι κέρδισε η Meta από τον μεγάλο συμβιβασμό

Μια δικαστική υπόθεση που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες αναμετρήσεις των αμερικανικών Αρχών με τη Meta έκλεισε λίγο πριν ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ κληθεί να καταθέσει ενόρκως για τις επιπτώσεις των προϊόντων της εταιρείας στα παιδιά.

σχετικά άρθρα

Η δίκη διεξαγόταν σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Όκλαντ της Καλιφόρνιας και είχε ξεκινήσει έπειτα από προσφυγή 29 γενικών εισαγγελέων πολιτειών. Με βάση τους υπολογισμούς της ίδιας της Meta, μια ήττα με τη δυσμενέστερη δυνατή έκβαση θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε κυρώσεις έως 1,4 τρισ. δολάρια.

Η διαδικασία διήρκεσε λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα. Ο επικεφαλής του Instagram, Άνταμ Μοσέρι, κατέθεσε, ενώ στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν και εσωτερικά μηνύματα της εταιρείας. Λίγο πριν έρθει η σειρά του Ζάκερμπεργκ, όμως, ανακοινώθηκε συμβιβασμός.

Η Meta συμφώνησε με συνασπισμό 52 γενικών εισαγγελέων από αμερικανικές πολιτείες και εδάφη σε ένα πακέτο που μπορεί να φτάσει περίπου τα 18 δισ. δολάρια. Η συμφωνία παρουσιάστηκε ως ιστορική παρέμβαση απέναντι στις μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες και συνοδεύτηκε από νέες δεσμεύσεις για την προστασία των ανηλίκων.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται ημερήσια χρονικά όρια για τους εφήβους, αυτόματη λειτουργία ύπνου κατά τη διάρκεια της νύχτας, σίγαση ειδοποιήσεων τις ώρες του σχολείου, περιορισμοί στα φίλτρα ομορφιάς και στην προβολή των likes, καθώς και ανεξάρτητος ελεγκτής με πρόσβαση στα δεδομένα της Meta.

Η αντίδραση της Wall Street, ωστόσο, ήταν χαρακτηριστική. Την ημέρα που ανακοινώθηκε η συμφωνία, η μετοχή της Meta έκλεισε με άνοδο 1,1%.

Ο λόγος βρίσκεται στις λεπτομέρειες του συμβιβασμού.

Το βασικό ποσό της συμφωνίας ανέρχεται σε 16,7 δισ. δολάρια. Σε αυτό περιλαμβάνονται 459 εκατ. δολάρια για την επίλυση εκκρεμών αξιώσεων που συνδέονται με την υπόθεση Cambridge Analytica και 75 εκατ. δολάρια για νομικά έξοδα των πολιτειών. Παράλληλα, ο γενικός εισαγγελέας του Τέξας Κεν Πάξτον διαπραγματεύτηκε ξεχωριστή συμφωνία ύψους ενός δισ. δολαρίων, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό κοντά στα 18 δισ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Meta θα καταβάλει άμεσα 18 δισ. δολάρια.

Η εταιρεία ενημέρωσε τους επενδυτές ότι θα καταγράψει περίπου 10 δισ. δολάρια ως νομική επιβάρυνση στο τρίτο τρίμηνο, όμως η πραγματική εκροή χρημάτων θα πραγματοποιηθεί σταδιακά σε διάστημα δέκα ετών.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι μόνο περίπου 12,2 δισ. δολάρια είναι άνευ όρων. Περίπου άλλα 5 δισ. συνδέονται με το εάν το TikTok και το YouTube θα αποδεχθούν αντίστοιχες συμφωνίες και θα καταβάλουν συγκρίσιμα ποσά. Εάν αυτό δεν συμβεί, η Meta δεν θα χρειαστεί να πληρώσει αυτό το τμήμα.

Έτσι, η εγγυημένη επιβάρυνση αντιστοιχεί περίπου σε 1,2 δισ. δολάρια ετησίως.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος σε σχέση με τα οικονομικά της εταιρείας, η Meta είχε δαπανήσει περισσότερα από 2 δισ. δολάρια μόνο στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 για τις συνεχιζόμενες νομικές της υποθέσεις, ενώ στο ίδιο τρίμηνο εμφάνισε λειτουργικά κέρδη 18,8 δισ. δολαρίων.

Με ημερήσια έσοδα περίπου 550 εκατ. δολαρίων, η ετήσια εγγυημένη πληρωμή του συμβιβασμού αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από δύο ημέρες εσόδων.

Για τη Meta, επομένως, το σημαντικότερο στοιχείο της συμφωνίας δεν ήταν απαραίτητα το ποσό. Ήταν ότι μια ανοιχτή και δυνητικά απρόβλεπτη δικαστική απειλή μετατράπηκε σε ένα γνωστό, διαχειρίσιμο κόστος που απλώνεται σε μία δεκαετία.

Οι εσωτερικές έρευνες για τους εφήβους που βγήκαν στο δικαστήριο

Η πίεση στη Meta είχε αυξηθεί ήδη πριν από τη δίκη στο Όκλαντ.

Νωρίτερα, η πολιτεία του Νέου Μεξικού είχε κερδίσει δικαστική υπόθεση εναντίον της εταιρείας για παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές, με το δικαστήριο να χαρακτηρίζει τις πλατφόρμες της δημόσια όχληση και να επιβάλλει 942 εκατ. δολάρια σε κυρώσεις και μέτρα αποκατάστασης.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στο Λος Άντζελες, δικαστήριο επιδίκασε 6 εκατ. δολάρια σε μια 20χρονη γυναίκα, η οποία είχε υποστηρίξει ότι υπέστη σοβαρή κατάθλιψη και δυσμορφοφοβία μετά την εξάρτησή της από τις πλατφόρμες ως παιδί.

Ο συμβιβασμός των 18 δισ. δεν κλείνει όλες τις δικαστικές εκκρεμότητες. Η Meta, η Google, το TikTok και το Snap εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περισσότερες από 3.000 αγωγές για προσωπικές βλάβες από οικογένειες στις ΗΠΑ, καθώς και περίπου 1.300 προσφυγές από δημόσιες σχολικές περιφέρειες που διεκδικούν αποζημιώσεις για το κόστος αντιμετώπισης προβλημάτων ψυχικής υγείας των νέων.

Στο Όκλαντ, βασικό επιχείρημα της Meta ήταν ότι είχε ήδη δημιουργήσει επαρκείς μηχανισμούς προστασίας των εφήβων. Κατά την πρώτη εβδομάδα της διαδικασίας, ωστόσο, παρουσιάστηκαν στοιχεία που έφεραν στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούσαν πραγματικά.

Πρώην εργαζόμενος κατέθεσε ότι η ίδια η 14χρονη κόρη του είχε αντιμετωπιστεί ως «θήραμα» στο Instagram. Άλλος μάρτυρας ανέφερε ότι ένα πρώιμο εργαλείο που είχε δημιουργηθεί για να βοηθά τους εφήβους να ελέγχουν τον χρόνο χρήσης τους αγνοήθηκε από το 99% των ανήλικων χρηστών.

Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για την εταιρεία ήταν η διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων, η οποία έφερε στο δημόσιο αρχείο μεγάλο όγκο εσωτερικών ερευνών.

Μία από αυτές ήταν η έρευνα Bad Experiences and Encounters Framework, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2021 σε περίπου 237.000 χρήστες. Περισσότεροι από τους μισούς ανέφεραν ότι είχαν βιώσει κάποια μορφή βλαπτικής εμπειρίας μέσα στις προηγούμενες επτά ημέρες.

Μεταξύ των χρηστών ηλικίας 13 έως 15 ετών, το 13% ανέφερε ανεπιθύμητες σεξουαλικές προσεγγίσεις σε εβδομαδιαία βάση, κυρίως από ενήλικους αγνώστους μέσω προσωπικών μηνυμάτων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Project Mercury, μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2019 σε συνεργασία με τη Nielsen. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία και ορισμένοι απενεργοποίησαν για μία εβδομάδα τους λογαριασμούς τους στο Facebook και το Instagram.

Όσοι σταμάτησαν προσωρινά να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες ανέφεραν χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους, μοναξιάς και κοινωνικής σύγκρισης.

Σε εσωτερική συζήτηση για το εάν τα αποτελέσματα έπρεπε να δημοσιευθούν, εργαζόμενος αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν η εταιρεία δεν τα δημοσίευε και αργότερα διέρρεαν, συγκρίνοντας μια τέτοια εξέλιξη με τις καπνοβιομηχανίες που γνώριζαν τους κινδύνους του καπνίσματος και κρατούσαν τις έρευνές τους κρυφές.

Η Meta διέκοψε τη μελέτη, υποστηρίζοντας ότι τα ευρήματα επηρεάζονταν από την ήδη αρνητική δημόσια συζήτηση γύρω από την εταιρεία. Σήμερα υποστηρίζει ότι επρόκειτο για πρώιμο πιλοτικό πρόγραμμα με προβληματική μεθοδολογία. Τα αποτελέσματα παρέμειναν μη δημοσιοποιημένα μέχρι τον Νοέμβριο του 2025, όταν αποσφραγίστηκαν στο πλαίσιο δικαστικής διαμάχης με σχολικές περιφέρειες.

Ανάλογη εικόνα προέκυψε από το Project Daisy, το οποίο εξέταζε εάν η απόκρυψη του δημόσιου αριθμού των likes θα περιόριζε την κοινωνική σύγκριση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αφαίρεσή τους είχε θετική επίδραση, ιδιαίτερα στα έφηβα κορίτσια. Η δημόσια εμφάνιση των likes, ωστόσο, παρέμεινε προεπιλεγμένη, καθώς η αφαίρεσή τους μείωνε περίπου κατά 1% την αλληλεπίδραση και τα διαφημιστικά έσοδα.

Σε άλλο εσωτερικό μήνυμα, ερευνητής περιέγραψε το Instagram ως «ναρκωτικό» και την εταιρεία ως τον μηχανισμό που το προωθούσε, υποστηρίζοντας ότι η υπερβολική χρήση της πλατφόρμας επηρέαζε το σύστημα ανταμοιβής των χρηστών.

Στο επίκεντρο βρέθηκαν επίσης καταγγελίες της πρώην διευθύντριας παγκόσμιας δημόσιας πολιτικής της Meta, Σάρα Γουίν-Γουίλιαμς, η οποία υποστήριξε ότι η εταιρεία μπορούσε να στοχεύει με διαφημίσεις χρήστες ηλικίας 13 έως 17 ετών ανάλογα με τη συναισθηματική τους κατάσταση – για παράδειγμα όταν αισθάνονταν ανασφάλεια ή είχαν μόλις διαγράψει μια selfie. Η Meta αρνείται τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Ο Ζάκερμπεργκ έχει υποστηρίξει ενώπιον του Κογκρέσου ότι οι επιστημονικές έρευνες για τη σχέση κοινωνικών δικτύων και ψυχικής υγείας των εφήβων δείχνουν κυρίως συσχέτιση και όχι αιτιότητα. Ωστόσο, εσωτερικό μήνυμα ερευνητή προς τον τότε επικεφαλής παγκόσμιας πολιτικής της εταιρείας Νικ Κλεγκ ανέφερε ότι το πείραμα της Nielsen έδειχνε αιτιώδη επίδραση τουλάχιστον στην κοινωνική σύγκριση.

Οι εξαιρέσεις της συμφωνίας και το πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές

Η συμφωνία των περίπου 130 σελίδων περιλαμβάνει μια σειρά περιορισμών για τους ανήλικους χρήστες, αλλά αρκετές από τις βασικές ρυθμίσεις είχαν ήδη ανακοινωθεί από τη Meta τον Σεπτέμβριο του 2024.

Με τη δικαστική συμφωνία, οι συγκεκριμένες επιλογές μετατρέπονται πλέον από εθελοντικές ρυθμίσεις προϊόντος σε δεσμευτικούς και ελεγχόμενους κανόνες.

Οι λεπτομέρειες, όμως, δημιουργούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το ημερήσιο όριο για τους εφήβους ορίζεται αρχικά στις δύο ώρες, αλλά ο χρόνος δεν υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο για όλες τις δραστηριότητες.

Τα προσωπικά μηνύματα στο Instagram και στο Messenger εξαιρούνται από το χρονικό όριο, ενώ το WhatsApp δεν καλύπτεται από τη συμφωνία. Αυτό σημαίνει ότι ένας έφηβος μπορεί να περνά ώρες ανταλλάσσοντας προσωπικά μηνύματα χωρίς αυτός ο χρόνος να αφαιρείται από το ημερήσιο όριο των δύο ωρών.

Εξαιρείται επίσης ο χρόνος που περνά ο χρήστης στις ρυθμίσεις της εφαρμογής.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξαίρεση για το long-form περιεχόμενο. Ως τέτοιο ορίζεται κάθε βίντεο ή ηχητικό περιεχόμενο διάρκειας τουλάχιστον 22 λεπτών και ο χρόνος παρακολούθησής του δεν προσμετράται στο ημερήσιο όριο.

Η συγκεκριμένη διαχωριστική γραμμή δημιουργεί διαφορετικές επιπτώσεις στις ανταγωνιστικές πλατφόρμες. Το TikTok βασίζεται κυρίως σε σύντομα βίντεο και στον αλγοριθμικό short-form feed, ενώ το YouTube διαθέτει μεγάλο όγκο περιεχομένου διάρκειας μεγαλύτερης των 22 λεπτών. Η Meta, από την πλευρά της, διαθέτει ισχυρές υπηρεσίες προσωπικών μηνυμάτων, οι οποίες επίσης εξαιρούνται.

Ουσιαστικά, οι περιορισμοί πλήττουν περισσότερο το μοντέλο των σύντομων αλγοριθμικών βίντεο και των φίλτρων που αλλάζουν την εμφάνιση, δηλαδή στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα του TikTok αλλά και των Reels του Instagram.

Η συμφωνία γίνεται ακόμη πιο ασυνήθιστη λόγω του τρόπου με τον οποίο συνδέεται με τους ανταγωνιστές της Meta.

Περίπου 5 δισ. δολάρια από το συνολικό ποσό θα καταβληθούν μόνο εφόσον TikTok και YouTube αποδεχθούν αντίστοιχους όρους και πληρωμές. Παράλληλα, το Snap κατονομάζεται επίσης ως εταιρεία που καλείται να ενταχθεί στο ίδιο πλαίσιο.

Το Snap, όμως, δεν υποχρεώνεται να καταβάλει αντίστοιχο ποσό επειδή δεν ξεπερνά το όριο κερδοφορίας που προβλέπει η συμφωνία. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 εμφάνισε έσοδα 1,6 δισ. δολαρίων και λειτουργική ζημία 164 εκατ. δολαρίων. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να προσαρμόσει το προϊόν του στους νέους κανόνες, αναλαμβάνοντας το σχετικό τεχνικό και οικονομικό κόστος.

Η Meta προχώρησε μάλιστα σε ολοσέλιδες διαφημίσεις στους New York Times, Wall Street Journal και Washington Post, καλώντας δημόσια το TikTok και το YouTube να υιοθετήσουν το πλαίσιο.

Υπάρχει και ένας ακόμη μηχανισμός: η Meta έχει δεχθεί να μειώσει στο μέλλον το ημερήσιο όριο χρήσης των εφήβων από δύο ώρες σε μία ώρα, αλλά μόνο εάν TikTok, YouTube και Snap εφαρμόσουν επίσης το ίδιο όριο. Εάν έστω μία από αυτές τις εταιρείες δεν συμφωνήσει, η Meta παραμένει στις δύο ώρες.

Από την πλευρά της δημόσιας υγείας υπάρχει ένα σαφές επιχείρημα υπέρ της κοινής εφαρμογής των κανόνων. Εάν μόνο το Instagram περιορίσει δραστικά τον χρόνο χρήσης, οι έφηβοι μπορούν απλώς να μετακινηθούν στο TikTok ή σε άλλη εφαρμογή. Σε μια αγορά όπου οι νέοι χρησιμοποιούν πολλές πλατφόρμες ταυτόχρονα, οι περιορισμοί σε μία μόνο εταιρεία δεν εγγυώνται μείωση του συνολικού χρόνου στις οθόνες.

Οι γενικοί εισαγγελείς είχαν παράλληλα περιορισμένα εργαλεία στη διάθεσή τους. Η απειλή των 1,4 τρισ. δολαρίων αποτελούσε το θεωρητικό ανώτατο όριο και μια πραγματική κύρωση ικανή να καταστρέψει μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες ήταν εξαιρετικά απίθανο να επιβληθεί.

Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου δεν έχει θεσπιστεί ενιαίο ομοσπονδιακό πλαίσιο για την προστασία των παιδιών στις πλατφόρμες, οι πολιτείες χρησιμοποίησαν τις δικαστικές διαδικασίες για να εξασφαλίσουν δεσμευτικούς κανόνες, ανεξάρτητο έλεγχο και πρόσβαση σε δεδομένα.

Η Meta, από την άλλη, αγόρασε κάτι εξίσου σημαντικό: προβλεψιμότητα.

Αντί να μπει στο 2027 με δικαστικές διαδικασίες που θα μπορούσαν να διαρκέσουν χρόνια, με τον Ζάκερμπεργκ να καλείται να απαντήσει ενόρκως για προσωπικά του emails και με μια θεωρητική οικονομική έκθεση που μετριόταν σε τρισεκατομμύρια, η εταιρεία μετέτρεψε τον κίνδυνο σε ένα συγκεκριμένο κόστος κατανεμημένο σε βάθος δεκαετίας.

Μαζί έκλεισε και εκκρεμότητες από την υπόθεση Cambridge Analytica, καταβάλλοντας 459 εκατ. δολάρια για τις σχετικές αξιώσεις πολιτειών. Η υπόθεση αφορούσε τη συλλογή δεδομένων περίπου 87 εκατ. χρηστών του Facebook χωρίς τη συγκατάθεσή τους και είχε ήδη οδηγήσει στο παρελθόν σε ομοσπονδιακό πρόστιμο 5 δισ. δολαρίων.

Το αποτέλεσμα είναι ένας συμβιβασμός που μπορεί να διαβαστεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Οι πολιτείες πέτυχαν να μετατρέψουν ορισμένους κανόνες προστασίας των ανηλίκων σε υποχρεωτικές και ελεγχόμενες δεσμεύσεις, αντί να περιμένουν για χρόνια την έκβαση δικαστικών και πολιτικών διαδικασιών.

Η Meta, όμως, περιόρισε μια δυνητικά τεράστια και απρόβλεπτη νομική απειλή, απέφυγε την κατάθεση του Ζάκερμπεργκ και εξασφάλισε όρους που συνδέουν μέρος του κόστους και των αυστηρότερων περιορισμών της με το εάν οι μεγαλύτεροι ανταγωνιστές της θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.

Και αυτό είναι τελικά το πραγματικό «παράθυρο» πίσω από τα 18 δισ. δολάρια: το εντυπωσιακό ποσό της συμφωνίας είναι πολύ μικρότερο όταν απλωθεί σε μία δεκαετία, ενώ ένα σημαντικό μέρος του μπορεί να μη χρειαστεί ποτέ να καταβληθεί. Για μια εταιρεία με εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετήσιων εσόδων, το ακριβότερο πρόβλημα δεν ήταν απαραίτητα το πρόστιμο, αλλά η αβεβαιότητα για το τι θα μπορούσε να αποκαλύψει και να αποφασίσει το δικαστήριο εάν η υπόθεση συνεχιζόταν.