Ήταν νέος, ήταν ευφυής και υποσχόταν μια «Γαλλική Αναγέννηση». Το 2017, ο 39χρονος τότε Εμανουέλ Μακρόν κατέλαβε τα Ηλύσια Πεδία με ένα πρόγραμμα που έμοιαζε με το ιερό δισκοπότηρο της φιλελεύθερης δεξιάς: μείωση φόρων, περιστολή της ανεργίας και χαλινάγωγη των δημοσίων δαπανών. Ο στόχος ήταν σαφής: να απελευθερωθεί η δυναμική της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ώστε η Γαλλία να μπορεί να συντηρεί το γενναιόδωρο κοινωνικό της κράτος.
Οκτώ χρόνια μετά, το παζλ μοιάζει διαλυμένο. Το δημόσιο χρέος, που ο Μακρόν ορκίστηκε να τιθασεύσει, εκτοξεύθηκε στο 117% του ΑΕΠ στα τέλη του 2025, με τις προβλέψεις να δείχνουν το εφιαλτικό 120% για το 2027. Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη καρκινοβατεί στο 0,7%, μένοντας πίσω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τι πήγε στραβά; Γιατί η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης μοιάζει «σπασμένη»;
Το όνειρο της «Startup Nation» και η πραγματικότητα των FDI
Στην αρχή, το αφήγημα δούλεψε. Ο Μακρόν κατάφερε να αλλάξει την εικόνα της Γαλλίας ως μιας χώρας εχθρικής προς την επιχειρηματικότητα. Με την αντικατάσταση του φόρου περιουσίας από έναν φόρο ακινήτων και την επιβολή του flat tax 30% στα επενδυτικά εισοδήματα, σταμάτησε το «brain drain» των εγκεφάλων και των κεφαλαίων προς το εξωτερικό.
Η Γαλλία μετατράπηκε στο «place to be». Το εμβληματικό Station F, το μεγαλύτερο startup campus στον κόσμο, έγινε το σύμβολο της νέας εποχής. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI) έρευσαν άφθονες, με τη Γαλλία να ξεπερνά τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως ο κορυφαίος επενδυτικός προορισμός στην Ευρώπη το 2019, διατηρώντας τα πρωτεία έως και το 2024.
Οι «Μονόκεροι» και η ψευδαίσθηση της καθολικής ανάπτυξης
Η επιτυχία στον τεχνολογικό τομέα είναι αδιαμφισβήτητη. Από τους μόλις 3 «μονόκερους» (εταιρείες με αξία άνω του 1 δισ. δολαρίων) το 2016, η Γαλλία έφτασε τους 30 το 2025. Η Mistral AI αποτελεί σήμερα το βαρύ πυροβολικό της χώρας στην τεχνητή νοημοσύνη, έναν τομέα όπου το 80% των εταιρειών του Station F δραστηριοποιείται έντονα.
Ωστόσο, η άνθιση της υψηλής τεχνολογίας δεν στάθηκε ικανή να συμπαρασύρει το σύνολο της οικονομίας. Ενώ τα κεφάλαια που συγκεντρώνουν οι startups δεκαπλασιάστηκαν, η παραγωγικότητα στον παραδοσιακό τομέα των υπηρεσιών και της βιομηχανίας άρχισε να φθίνει, δημιουργώντας ένα χάσμα δύο ταχυτήτων.
Η μάχη με την ανεργία: Μια πύρρειος νίκη;
Ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά του Μακρόν ήταν η μείωση της ανεργίας, η οποία από το 10,4% το 2015 έπεσε στο 7,4% το 2024, αγγίζοντας ιστορικά χαμηλά. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις που έδωσαν ευελιξία στις προσλήψεις και τις απολύσεις φάνηκαν να αποδίδουν καρπούς.
Όμως, η νεανική ανεργία παραμένει η ανοιχτή πληγή: στο 18,5% το 2025, την ώρα που στη Γερμανία περιορίζεται στο 6,6%. Αυτή η δυσαναλογία είναι κρίσιμη, καθώς το γαλλικό συνταξιοδοτικό σύστημα βασίζεται στις εισφορές των εργαζομένων. Με την αναλογία να έχει πέσει από τους 4 εργαζόμενους ανά συνταξιούχο το 1960 στους 1,8 σήμερα, το σύστημα πιέζεται στα όριά του.
Το Συνταξιοδοτικό και το πολιτικό κόστος της ακαμψίας
Η προσπάθεια του Μακρόν να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης το 2023 προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Παρότι ο νόμος πέρασε, η εφαρμογή του «πάγωσε» τον Δεκέμβριο του 2025 για να αποφευχθεί ο εμφύλιος διχασμός. Το πρόβλημα όμως παραμένει: μια στρατιά ανθρώπων άνω των 55 ετών είναι «πολύ νέοι για να βγουν στη σύνταξη και πολύ μεγάλοι για να βρουν νέα δουλειά».
Η αγορά εργασίας πάσχει επίσης από μια παράδοξη στρέβλωση: το σύστημα «απόλυσης με συμφωνία» (dismissal by agreement). Αυτό επιτρέπει σε εργαζόμενους που παραιτούνται να λαμβάνουν επιδόματα ανεργίας, κοστίζοντας στο κράτος περίπου 10 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024. Είναι ένα σκανδαλώδες παράθυρο που επιδοτεί την αδράνεια με κρατικό χρήμα.
Το σύνδρομο του «Whatever it takes» και οι εταιρείες-ζόμπι
Όταν το 2020 ο Μακρόν υιοθέτησε τη λογική του «όσο κοστίσει» για να αντιμετωπίσει την πανδημία, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Κρατικά εγγυημένα δάνεια 150 δισ. ευρώ και επιδοτήσεις ενέργειας 26 δισ. ευρώ κράτησαν την οικονομία όρθια, αλλά με βαρύ τίμημα.
Πολλές εταιρείες-ζόμπι, που θα έπρεπε να έχουν πτωχεύσει, παρέμειναν στη ζωή χάρη στο κρατικό χρήμα. Σήμερα, οι χρεοκοπίες στη Γαλλία αυξάνονται ραγδαία, καθώς η αγορά προσπαθεί να αυτοκαθαρθεί από τις επιχειρήσεις που δεν είναι πλέον βιώσιμες, την ώρα που το κράτος αδυνατεί να ελέγξει πού ακριβώς κατέληξαν οι επιδοτήσεις ύψους έως και 211 δισ. ευρώ.
Η ωρολογιακή βόμβα της παραγωγικότητας
Για δεκαετίες, η Γαλλία ήταν από τις πιο παραγωγικές χώρες του κόσμου. Αυτό άλλαξε. Η χαμηλή υιοθέτηση νέων τεχνολογιών σε παραδοσιακούς κλάδους και η υπερβολική ρύθμιση οδήγησαν σε στασιμότητα της αγοραστικής δύναμης. Η εκπαίδευση, άλλοτε πυλώνας της χώρας, παρουσιάζει κάμψη στην ποιότητα, ενώ η καινοτομία φαίνεται να χάνει τη μάχη από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Ο Μακρόν μείωσε τους φόρους παραγωγής (επί του τζίρου), μια κίνηση που χαιρέτισαν οι οικονομολόγοι, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό. Το γαλλικό κράτος παραμένει υδροκέφαλο και αναποτελεσματικό, δαπανώντας τεράστια ποσά για να διατηρήσει έναν οικονομικό ιστό που φθίνει.
Το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος και το μέλλον
Η Γαλλία σήμερα φαίνεται εγκλωβισμένη σε μια λογική «μηδενικού αθροίσματος». Αντί η πολιτική συζήτηση να εστιάζει στο πώς θα μεγαλώσει η πίτα μέσω της καινοτομίας και της παιδείας, αναλώνεται στο πώς θα μοιραστούν τα εναπομείναντα κομμάτια μιας πίτας που συρρικνώνεται.
Η πολιτική αστάθεια και η πόλωση καθιστούν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σχεδόν αδύνατες. Αν η Γαλλία δεν καταφέρει να ξεπεράσει την αλλεργία της στον συμβιβασμό, το χρέος θα συνεχίσει να υποθηκεύει το μέλλον των επόμενων γενεών. Η αισιοδοξία παραμένει στο οικοσύστημα των startups, αλλά η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι ο «Μακρονισμός» χρειάζεται επειγόντως μια νέα, πιο ρεαλιστική πνοή πριν η δημοσιονομική βόμβα εκραγεί.
