Σαουδική Αραβία: Το γεωπολιτικό αδιέξοδο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και η επιστροφή στο ριζοσπαστικό Ισλάμ
Πώς οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις με τους Χούθι, η οικονομική στασιμότητα και η απομόνωση από τους συμμάχους απειλούν το αφήγημα του παντοδύναμου Σαουδάραβα πρίγκιπα.
Ο ντε φάκτο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ευρύτερα γνωστός με τα αρχικά του ως MBS, διανύει αναμφίβολα μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της πολιτικής του καριέρας. Η μακροχρόνια και εξουθενωτική σύγκρουση με τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης έχει αναζωπυρωθεί, δημιουργώντας νέα δεδομένα ασφαλείας. Παράλληλα, τα Στενά του Ορμούζ, η κρισιμότερη αρτηρία μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως, τελούν ουσιαστικά υπό καθεστώς άτυπου αποκλεισμού, ενώ οι παραδοσιακοί σύμμαχοι του βασιλείου τηρούν στάση αναμονής, επιλέγοντας τον ρόλο του απλού παρατηρητή.
Ακόμα και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αρνήθηκε στο παρελθόν να παρέμβει αποφασιστικά υπέρ του Ριάντ. Η περιβόητη «συμμαχία της Μέκκας» αποδείχθηκε μια διπλωματική φούσκα, με ισχυρές μουσουλμανικές χώρες όπως το Πακιστάν και η Τουρκία να αρνούνται κατηγορηματικά την άμεση εμπλοκή τους. Η κατάσταση έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο απελπισίας, ώστε ο πανίσχυρος πρίγκιπας φέρεται να έχει στραφεί προς το Ηνωμένο Βασίλειο, ζητώντας απεγνωσμένα υποστήριξη. Το ερώτημα που πλανάται πλέον στις πρωτεύουσες της Δύσης και της Μέσης Ανατολής είναι ένα: μήπως η τρέχουσα πολυεπίπεδη κρίση σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για την απόλυτη κυριαρχία του MBS;

Η ιστορική ισορροπία παλατιού και ιερατείου στη Σαουδική Αραβία
Για να κατανοήσει κανείς το βάθος του προβλήματος, οφείλει να ανατρέξει στα θεμέλια της σαουδαραβικής πολιτικής σκηνής. Ιστορικά, το πολιτικό σύστημα της χώρας βασιζόταν πάντα σε μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στη βασιλική οικογένεια και την ισχυρή θρησκευτική ελίτ, τους γνωστούς Ουλεμά. Αυτή η διελκυστίνδα αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του κράτους από τη δεκαετία του 1920, όταν ο βασιλιάς Αμπντουλαζίζ, ο ιδρυτής του σύγχρονου σαουδαραβικού κράτους, συμμάχησε με μια σκληροπυρηνική σουνιτική ισλαμική πολιτοφυλακή, τους Ιχβάν, προκειμένου να κατακτήσει την Αραβική Χερσόνησο.
Έκτοτε, η πολιτική ζωή της Σαουδικής Αραβίας καθορίζεται από αυτή τη διαρκή διαπραγμάτευση. Ο κανόνας θέλει τη μοναρχία να επιχειρεί προσεκτικά βήματα προς την κοινωνική και οικονομική φιλελευθεροποίηση, την ίδια στιγμή που οι συντηρητικοί Ουλεμά τραβούν το σχοινί προς την αντίθετη, πιο δογματική κατεύθυνση. Αυτή η δυναμική έχει δημιουργήσει έναν κύκλο δράσης και αντίδρασης, όπου η υπερβολική πίεση του παλατιού για εκσυγχρονισμό προκαλεί πάντοτε σφοδρές, και συχνά βίαιες, θρησκευτικές αντιδράσεις.
Οι αιματηρές εξεγέρσεις και τα μαθήματα του παρελθόντος
Η ιστορία του βασιλείου είναι γεμάτη από στιγμές όπου η βιασύνη για φιλελευθεροποίηση παρ’ ολίγον να κοστίσει τον θρόνο στη δυναστεία των Σαούντ. Το 1929, για παράδειγμα, οι Ιχβάν στράφηκαν ανοιχτά εναντίον του βασιλιά Αμπντουλαζίζ. Η αφορμή ήταν η εισαγωγή δυτικών τεχνολογιών, όπως ο τηλέγραφος και τα αυτοκίνητα, αλλά κυρίως η εξομάλυνση των σχέσεων με μη μουσουλμανικά κράτη, όπως η Βρετανία, και η εντολή του βασιλιά να σταματήσουν οι επιδρομές στα γειτονικά εδάφη. Ο Αμπντουλαζίζ επικράτησε τελικά χάρη στα πολυβόλα που εξασφάλισε από τους Βρετανούς, όμως η θρησκευτική ένταση δεν έσβησε, αναγκάζοντάς τον να παραχωρήσει περισσότερες εξουσίες στους Ουλεμά για να κατευνάσει τα πνεύματα.

Ένα παρόμοιο, αλλά πολύ πιο τραυματικό περιστατικό, συνέβη το 1979, όταν ακραίοι ισλαμιστές κατέλαβαν το Μεγάλο Τέμενος της Μέκκας, κατηγορώντας ανοιχτά τη μοναρχία για διαφθορά και εκδυτικισμό. Η πολιορκία κράτησε περίπου δύο εβδομάδες και έληξε με λουτρό αίματος. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα της Ισλαμικής Επανάστασης στο γειτονικό Ιράν την ίδια χρονιά, τρομοκράτησε το παλάτι. Προκειμένου να διασώσουν το θρησκευτικό τους προφίλ, οι Σαούντ πέρασαν ολόκληρη τη δεκαετία του ’80 ακυρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας και παραδίδοντας τα κλειδιά της κοινωνικής ζωής στους υπερσυντηρητικούς κληρικούς.
Η απόλυτη μονοκρατορία και το όραμα του νέου ηγέτη
Αυτή η παραδοσιακή ισορροπία, ωστόσο, διαλύθηκε θεαματικά με την άνοδο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Από το 2015, ο MBS συγκέντρωσε σχεδόν κάθε ίχνος εξουσίας στα δικά του χέρια, αποδυναμώνοντας συστηματικά τους Ουλεμά. Η κάποτε τρομακτική θρησκευτική αστυνομία μετατράπηκε σε σκιά του εαυτού της, οι ριζοσπάστες κληρικοί φυλακίστηκαν, και το κράτος άρχισε να προωθεί μεθοδικά έναν σαουδαραβικό εθνικισμό, ο οποίος ανταγωνίζεται ευθέως την υπερεθνική ισλαμική ταυτότητα που πρέσβευε το ιερατείο.
Παράλληλα, ο πρίγκιπας παρουσίασε το “Όραμα 2030” (Vision 2030), ένα επιθετικό πρόγραμμα οικονομικής απεξάρτησης από το πετρέλαιο και ραγδαίας κοινωνικής απελευθέρωσης. Πολλοί αναρωτιούνται πώς κατάφερε να επιβάλει τέτοιες σαρωτικές αλλαγές χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Η απάντηση κρύβεται στον ασφυκτικό έλεγχο των μηχανισμών ασφαλείας από τον ίδιο, στις εσωτερικές έριδες των κληρικών, αλλά και στο γεγονός ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ είχε απαξιωθεί στα μάτια των πολιτών μετά τις αιματηρές επιθέσεις της Αλ Κάιντα τη δεκαετία του 2000 και το χάος της Αραβικής Άνοιξης. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν το “κοινωνικό συμβόλαιο” που πρότεινε ο MBS: ασφάλεια και οικονομική ευημερία, με αντάλλαγμα την απόλυτη πολιτική και θρησκευτική υποταγή.
Η κατάρρευση της υπόσχεσης για ασφάλεια και ευημερία
Το μεγάλο πρόβλημα για τον Σαουδάραβα ηγέτη σήμερα είναι ότι αυτό ακριβώς το συμβόλαιο έχει αρχίσει να καταρρέει. Οι υποσχέσεις του διαψεύδονται καθημερινά από την πραγματικότητα, καθώς αδυνατεί να εγγυηθεί τόσο την ευημερία όσο και την ασφάλεια που είχε τάξει στον σαουδαραβικό λαό. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Οράματος 2030 περικόπτονται συνεχώς, το κράτος καταγράφει μεγάλα και αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα, και οι ξένοι επενδυτές παραμένουν διστακτικοί.
Στο μέτωπο της ασφάλειας, τα πράγματα είναι εξίσου δυσοίωνα. Οι πρόσφατες επιθέσεις με drones και πυραύλους στο Ριάνθ και σε άλλες κρίσιμες υποδομές της χώρας καταρρίπτουν τον μύθο του άτρωτου βασιλείου. Οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι η Σαουδική Αραβία δεν είναι πιο ασφαλής από οποιοδήποτε άλλο θερμό σημείο της Μέσης Ανατολής. Όσο η οικονομική πίεση αυξάνεται και τα σύνορα παραμένουν ευάλωτα, η ανοχή της νεολαίας και των συντηρητικών στρωμάτων απέναντι στον αυταρχισμό του παλατιού μειώνεται επικίνδυνα.
Το επικίνδυνο παιχνίδι με την ισλαμική ταυτότητα
Σαν να μην έφταναν τα οικονομικά και γεωπολιτικά αδιέξοδα, η Μέση Ανατολή βιώνει μια σαρωτική επιστροφή στις ρίζες της θρησκευτικής ταυτότητας. Ο πόλεμος στη Γάζα πλαισιώνεται ξεκάθαρα με θρησκευτικούς όρους. Η αντιπαράθεση του Ριάντ με την Τεχεράνη έχει επανέλθει στο μοτίβο της σύγκρουσης μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών. Αυτό το κλίμα έχει αναγκάσει το παλάτι να κάνει μια αναγκαστική στροφή και να επιστρέψει στο παιχνίδι της θρησκευτικής ρητορικής, το οποίο μέχρι πρότινος προσπαθούσε να ξεριζώσει.
Στις 24 Σεπτεμβρίου, ο Μεγάλος Μουφτής, ο ανώτατος κληρικός της χώρας, απηύθυνε ένα ασυνήθιστο διάγγελμα προς τις δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας και της Υεμένης. Με την προφανή έγκριση του MBS, ο Μουφτής δεν μίλησε για εθνικά συμφέροντα, αλλά περιέγραψε τον πόλεμο κατά των Χούθι με ακραίους θρησκευτικούς όρους. Τόνισε στους στρατιώτες ότι «υπερασπίζονται τους ιερούς τόπους των μουσουλμάνων» και χαρακτήρισε τους Χούθι ως «παραπλανημένη σέκτα», χρησιμοποιώντας σκληρή θεολογική ορολογία που παραδοσιακά χρησιμοποιούν οι Ουλεμά εναντίον του σιιτικού Ιράν. Αυτή η εξέλιξη αποκαλύπτει την αγωνία του MBS να αντλήσει νομιμοποίηση για έναν δαπανηρό και αδιέξοδο πόλεμο.
Η παγίδα της απόλυτης εξουσίας και το αβέβαιο μέλλον
Η εργαλειοποίηση της θρησκείας, ωστόσο, αποτελεί μια τεράστια παγίδα. Πρώτον, διπλωματικά, η σεκταριστική ρητορική αποξενώνει κρίσιμους εν δυνάμει συμμάχους, όπως το Πακιστάν και η Τουρκία, στο εσωτερικό των οποίων διαβιούν μεγάλες μη σουνιτικές μειονότητες. Οι χώρες αυτές δεν επιθυμούν να εμπλακούν σε έναν ανοιχτό θρησκευτικό πόλεμο που θα διχάσει τις δικές τους κοινωνίες.
Δεύτερον, και ίσως κρισιμότερο, η επαναφορά του Ισλάμ στο κέντρο του πολιτικού αφηγήματος κινδυνεύει να αναστήσει τους Ουλεμά ως αυτόνομο κέντρο εξουσίας. Δίνοντάς τους ξανά φωνή, ο MBS κινδυνεύει να τους επιτρέψει να ανακτήσουν τον ιστορικό τους ρόλο ως θεσμικό αντίβαρο στη βασιλική εξουσία. Για έναν ηγέτη που έχει χτίσει το προφίλ του πάνω στον απόλυτο συγκεντρωτισμό και του οποίου τα θρησκευτικά διαπιστευτήρια είναι αμφιλεγόμενα, αυτό ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία.
Φυσικά, προς το παρόν, δεν διαφαίνεται κάποια άμεση απειλή ανατροπής, δεδομένου του μονοπωλίου που διατηρεί ο MBS στις δυνάμεις καταστολής. Ωστόσο, οι τάσεις είναι όλες αρνητικές. Η οικονομία χωλαίνει, οι πόλεμοι βαλτώνουν και ο κλήρος καραδοκεί. Η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο σημαίνει ότι πιστώνεσαι κάθε επιτυχία, αλλά ταυτόχρονα επωμίζεσαι και το σύνολο της ευθύνης όταν τα πράγματα καταρρέουν. Αν στο μέλλον ο πρίγκιπας πιεστεί να λάβει ακραία αμφιλεγόμενες αποφάσεις –όπως μια δημόσια εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ μέσα στο τρέχον πολεμικό κλίμα– δεν είναι καθόλου απίθανο η δυσαρέσκεια να μετουσιωθεί σε ανοιχτή αμφισβήτηση. Και όπως δείχνει η ιστορία της Σαουδικής Αραβίας, αυτές οι εκρήξεις δεν προειδοποιούν ποτέ πριν συμβούν.
