Η Ντόρα, ο διχασμένος Τσίπρας και η ευθύνη Μητσοτάκη
Γιατί η αδερφή του πρωθυπουργού επαναφέρει τον πήχη του 25%
Το 25% του Μητσοτάκη, η «διχασμένη προσωπικότητα» και ο λογαριασμός της εξουσίας. Η Ντόρα Μπακογιάννη ξαναχτύπησε και βάζει δημόσια τον πήχη για τον πρωθυπουργό και ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την επόμενη μέρα στη ΝΔ . Την ώρα που χαρακτηρίζει «διχασμένο» τον Τσίπρα, το Μαξίμου καλείται να απαντήσει στο δικό του ερώτημα: Πόσο προσωπική υπόθεση είναι πλέον η εκλογική επίδοση της παράταξης;
Η πολιτική έχει τους δικούς της κώδικες. Και μερικές φορές, μία φράση αρκεί για να αποκαλύψει περισσότερα από μια ολόκληρη ομιλία. Η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη στον ΣΚΑΪ, με την επισήμανση ότι εάν η Νέα Δημοκρατία δεν συγκεντρώσει το 25% ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του, δεν είναι απλώς μια τοποθέτηση για τον εκλογικό στόχο του κυβερνώντος κόμματος. Είναι μια δημόσια υπενθύμιση ότι η πολιτική ευθύνη έχει συγκεκριμένο αποδέκτη: τον αρχηγό που ζητά την ψήφο των πολιτών και διεκδικεί να συνεχίσει να κυβερνά.
Η ίδια έσπευσε να υπερασπιστεί τον πρωθυπουργό, λέγοντας ότι δεν είναι «κολλημένος σε μια καρέκλα» και υπενθυμίζοντας πως μέχρι σήμερα κερδίζει τις εκλογικές αναμετρήσεις. Παράλληλα, εκτίμησε ότι η αυτοδυναμία δεν βρίσκεται μακριά και ότι οι πολίτες, μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς κρίσης, δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν όσα θεωρούν κεκτημένα.
Το πολιτικό μήνυμα, ωστόσο, έχει δύο όψεις: Από τη μία, η κυβερνητική παράταξη εμφανίζεται να υπερασπίζεται τη συνέχιση της σημερινής πορείας. Από την άλλη, το 25% αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τη συζήτηση σχετικά με την ηγεσία, την αυτοδυναμία και την επόμενη ημέρα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Όταν το ποσοστό ενός κόμματος συνδέεται δημόσια με την ευθύνη του αρχηγού του, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο την αριθμητική των εκλογών. Αφορά και το κατά πόσο η πολιτική κυριαρχία που έχει οικοδομήσει ένας πρωθυπουργός μπορεί να αντέξει μια σημαντική εκλογική υποχώρηση.

Το 25% γίνεται πολιτικό ορόσημο για το Μαξίμου
Η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση, αλλά από το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Η βουλευτής δεν αμφισβήτησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αντιθέτως, επιχείρησε να τον υπερασπιστεί, παρουσιάζοντάς τον ως έναν πολιτικό αρχηγό που έχει κερδίσει τις αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχε και δεν αντιμετωπίζει την πρωθυπουργία ως προσωπικό δικαίωμα.
Ωστόσο, η αναφορά στο 25% επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αποφύγει το κυβερνητικό επιτελείο: τι θα σημαίνει για την ίδια τη ΝΔ μια εκλογική επίδοση που θα απέχει από τον στόχο της αυτοδυναμίας;
Το 25% δεν αποτελεί από μόνο του αυτόματη διαδικασία αποχώρησης ενός πρωθυπουργού. Πολιτικά, όμως, η συζήτηση για τις ευθύνες του αρχηγού ανοίγει όταν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει το ίδιο το κόμμα.
Η Μπακογιάννη επιχείρησε να προλάβει τη συζήτηση, θέτοντας το ζήτημα με όρους πολιτικής ευθύνης. Όμως, όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται το συγκεκριμένο ποσοστό, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της κυβερνητικής πορείας.
Και για τον Μητσοτάκη, ο οποίος έχει συνδέσει την πολιτική του στρατηγική με τη σταθερότητα και την αυτοδυναμία, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η «διχασμένη προσωπικότητα» του Τσίπρα και η αντίφαση της πολιτικής σκηνής
Την ίδια ώρα, η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε μια ιδιαίτερα αιχμηρή διατύπωση για τον Αλέξη Τσίπρα, χαρακτηρίζοντάς τον «διχασμένη προσωπικότητα» ως προς την πολιτική του ταυτότητα. Η αιχμή της αφορούσε, σύμφωνα με όσα είπε στον ΣΚΑΪ, την απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό παρελθόν του πρώην πρωθυπουργού και στη σημερινή προσπάθειά του να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό.
Αφορμή στάθηκε η συζήτηση για τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία και η δήλωση στελέχους της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης «άντε και στα δικά μας». Η Μπακογιάννη υποστήριξε ότι ο Τσίπρας δυσκολεύεται να βρει τη σημερινή πολιτική του ταυτότητα, υπενθυμίζοντας τις εικόνες από τη Marfin και τις ακραίες μορφές βίας που έχει βιώσει η χώρα.
Η πολιτική αντιπαράθεση, όμως, δεν περιορίζεται στις προσωπικές αιχμές. Το ερώτημα είναι ποια φυσιογνωμία θέλει να παρουσιάσει κάθε πολιτικός αρχηγός και κατά πόσο αυτή συμβαδίζει με την προηγούμενη διαδρομή του.
Για τον Τσίπρα, η πρόκληση είναι να πείσει ότι η σημερινή του πολιτική πρόταση διαθέτει σαφή χαρακτηριστικά και διακριτή κατεύθυνση. Για τον Μητσοτάκη, η πρόκληση είναι διαφορετική: να αποδείξει ότι η κυβερνητική του παράταξη εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή κοινωνική βάση και ότι μπορεί να εξασφαλίσει την αναγκαία πολιτική νομιμοποίηση για μια νέα θητεία.
Η ειρωνεία της συγκυρίας είναι ότι η συζήτηση για την πολιτική ταυτότητα του ενός συνοδεύεται από τη συζήτηση για την πολιτική ευθύνη του άλλου. Και στις δύο περιπτώσεις, το κρίσιμο ζήτημα είναι η σχέση ανάμεσα στις διακηρύξεις, στο πολιτικό παρελθόν και στην κρίση των ψηφοφόρων.

Ακρίβεια: διεθνής κρίση ή εγχώρια πολιτική ευθύνη;
Η Ντόρα Μπακογιάννη επιχείρησε παράλληλα να αποκρούσει την κριτική του Αντώνη Σαμαρά για την ακρίβεια και τη φορολογία. Υποστήριξε ότι οι ανατιμήσεις συνδέονται με τις διεθνείς εξελίξεις και τους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, απορρίπτοντας ως μη σοβαρές τις σχετικές αιτιάσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτυπώνει τη γραμμή άμυνας της κυβέρνησης: η ελληνική οικονομία δεν λειτουργεί απομονωμένα από τις διεθνείς κρίσεις και οι επιπτώσεις τους δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με εύκολες υποσχέσεις.
Ωστόσο, για τα νοικοκυριά το ζήτημα έχει και μια πολύ πιο άμεση διάσταση. Το κόστος των βασικών αγαθών, οι λογαριασμοί και οι καθημερινές οικονομικές υποχρεώσεις αποτελούν πραγματικότητα ανεξάρτητα από το πού ξεκίνησε μια διεθνής κρίση.
Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τις εξωτερικές αιτίες, αλλά εξακολουθεί να αξιολογείται για τις πολιτικές που εφαρμόζει στο εσωτερικό. Και η αντιπολίτευση, αντίστοιχα, καλείται να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις που να μπορούν να απαντήσουν στο πρόβλημα.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό διακύβευμα για τη ΝΔ: εάν η οικονομική πίεση εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή δυσαρέσκειας, η επίκληση της διεθνούς συγκυρίας ενδέχεται να μην αρκεί για να κλείσει τη συζήτηση γύρω από τις κυβερνητικές ευθύνες.

Το μήνυμα προς τους δελφίνους και το εσωτερικό της ΝΔ
Η αναφορά της Μπακογιάννη ότι ο Μητσοτάκης θα αναλάβει τις ευθύνες του σε περίπτωση χαμηλού ποσοστού έχει και μια δεύτερη ανάγνωση: αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ΝΔ αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στην ηγεσία και στο εκλογικό αποτέλεσμα.
Δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη δήλωση ότι έχει δρομολογηθεί κάποια εσωκομματική αμφισβήτηση. Είναι, όμως, σαφές ότι η συζήτηση για το όριο του 25% δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αξιολογηθούν οι πολιτικές επιλογές της ηγεσίας.
Σε κάθε κόμμα που κυβερνά επί σειρά ετών, η εκλογική επίδοση δεν κρίνει μόνο τη δύναμη της παράταξης απέναντι στους αντιπάλους της. Επηρεάζει και τις εσωτερικές ισορροπίες, τις προσδοκίες των στελεχών και τη συζήτηση για τη συνέχεια.
Η Μπακογιάννη, από την πλευρά της, επέμεινε ότι η αυτοδυναμία δεν βρίσκεται μακριά, ενώ για το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά εκτίμησε ότι θα προκαλούσε κάποια ζημιά στη ΝΔ, όχι όμως σοβαρή.
Αυτή η αισιοδοξία, πάντως, δεν αναιρεί την ανάγκη να απαντηθούν συγκεκριμένα ερωτήματα: ποια είναι η εκλογική στρατηγική της ΝΔ, πώς θα περιορίσει τις απώλειες και με ποιον τρόπο θα αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια που εκφράζεται για την οικονομία και τη λειτουργία της κυβέρνησης.

«Μητσοτάκης ή αστάθεια» – Αρκεί το δίλημμα;
Η γραμμή που περιέγραψε η Μπακογιάννη συνοψίζεται στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή αστάθεια». Πρόκειται για μια στρατηγική που επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της εκλογικής επιλογής από την αξιολόγηση της κυβερνητικής καθημερινότητας στο ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας.
Το επιχείρημα έχει σαφή στόχο: να πείσει τους πολίτες ότι, παρά τα προβλήματα, η συνέχιση της σημερινής πορείας αποτελεί ασφαλέστερη επιλογή από μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας.
Το αν θα αποδειχθεί πειστικό είναι κάτι που θα κριθεί από την κοινωνική και εκλογική δυναμική, όχι από τις διαβεβαιώσεις των στελεχών.
Γιατί οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο το ενδεχόμενο αστάθειας. Αξιολογούν και το κόστος της καθημερινότητάς τους, την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, τη συνέπεια των δεσμεύσεων και το κατά πόσο βλέπουν βελτίωση στη ζωή τους.
Και αυτό είναι το δύσκολο σημείο για το Μέγαρο Μαξίμου: να πείσει ότι η σταθερότητα δεν αποτελεί απλώς σύνθημα, αλλά συνδέεται με απτά αποτελέσματα.
Ο λογαριασμός θα επιστρέψει στον πρωθυπουργό
Η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη δεν συνιστά αμφισβήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αντίθετα, η ίδια επιχείρησε να στηρίξει την πολιτική του θέση και να υπερασπιστεί τις προοπτικές της ΝΔ. Παράλληλα, όμως, έβαλε δημόσια στο τραπέζι το ζήτημα των ευθυνών σε περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα βρεθεί κάτω από το 25%.
Και αυτό είναι το στοιχείο που δίνει στην παρέμβασή της ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Η συζήτηση για τη «διχασμένη προσωπικότητα» του Τσίπρα αφορά την πολιτική ταυτότητα ενός εν δυνάμει αντιπάλου. Η συζήτηση για τις ευθύνες του Μητσοτάκη αφορά την ίδια την εξουσία, το αποτέλεσμα της κυβερνητικής πορείας και τις προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει η ΝΔ.
Οι δύο υποθέσεις δεν είναι ίδιες. Συναντώνται, όμως, σε ένα κοινό σημείο: την απαίτηση να εξηγήσουν οι πολιτικοί αρχηγοί ποιοι είναι σήμερα, τι εκπροσωπούν και τι μπορούν να εγγυηθούν για την επόμενη ημέρα.
Το 25% δεν αποτελεί προαναγγελία αποχώρησης του Μητσοτάκη. Είναι, όμως, ένα όριο που η ίδια η δημόσια συζήτηση έχει συνδέσει με το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης. Και από τη στιγμή που αυτό το όριο τέθηκε τόσο καθαρά από ένα κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ, το ερώτημα δεν μπορεί να παραμείνει έξω από την προεκλογική συζήτηση: αν η κάλπη δεν επιβεβαιώσει τις προσδοκίες της κυβέρνησης, ποιος θα αναλάβει το πολιτικό κόστος;
Η απάντηση της Μπακογιάννη είναι σαφής: Ο πρωθυπουργός. Το πώς θα μεταφραστεί αυτή η ευθύνη στην πράξη, όμως, θα εξαρτηθεί από το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα και τις πολιτικές αποφάσεις που θα ακολουθήσουν.
