Πώς η Γαλλία χτίζει αθόρυβα το δικό της ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ κάτω από την μύτη του Τράμπ
Αναλύουμε πώς η Γαλλία δημιουργεί μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή αμυντική δομή στη σκιά της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ.
Πώς η Γαλλία χτίζει αθόρυβα το δικό της ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ στη σκιά του Τραμπ Η στρατηγική του Εμανουέλ Μακρόν για την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία μέσα από πυρηνικές συμμαχίες και διμερείς συμφωνίες.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία έχει πυροδοτήσει μια διαρκή και έντονη συζήτηση στους κόλπους της Ευρώπης. Το κεντρικό ερώτημα που πλανάται πάνω από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ένα: Πρέπει η Ευρώπη να εγκαταλείψει πλήρως το ΝΑΤΟ και να επιχειρήσει να χτίσει μια νέα, δική της αρχιτεκτονική ασφαλείας, ή να παραμείνει πιστή στη Συμμαχία, μεταρρυθμίζοντάς την ώστε να εξαρτάται λιγότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Η κυρίαρχη τάση, όπως φάνηκε και από την πρόσφατη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ με κεντρικό σύνθημα «μια ισχυρότερη Ευρώπη σημαίνει ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ», δείχνει προς τη δεύτερη επιλογή. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες προκρίνουν την ενίσχυση των εθνικών αμυντικών προϋπολογισμών. Ωστόσο, η κατεύθυνση αυτή δεν φαίνεται να πτοεί το Παρίσι. Η Γαλλία, διατηρώντας παραδοσιακά έναν σκεπτικισμό απέναντι στις δομές του ΝΑΤΟ, έχει ξεκινήσει αθόρυβα να χτίζει τα θεμέλια μιας νέας, υπό γαλλική ηγεσία, εναλλακτικής αμυντικής πραγματικότητας. Μέσα από ένα πλέγμα αμυντικών συμφωνιών με κράτη-μέλη της ΕΕ και την επέκταση της γαλλοβρετανικής πυρηνικής ομπρέλας, το Παρίσι διαμορφώνει σταδιακά τους δικούς του όρους στο γεωπολιτικό σκάκι.
Η ιστορική καχυποψία της Γαλλίας απέναντι στην αμερικανική ηγεμονία
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή στάση του Παρισιού, πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ Γαλλίας και ΝΑΤΟ. Αν και η Γαλλία υπήρξε ένα από τα 12 ιδρυτικά μέλη της Συμμαχίας το 1949, φιλοξενώντας μάλιστα την πρώτη μόνιμη έδρα στο Παρίσι τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η πορεία δεν ήταν ποτέ ανέφελη. Η ρήξη άρχισε να διαφαίνεται κατά την πρώτη προεδρία της Πέμπτης Δημοκρατίας, υπό τον στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ (1959-1969). Ο ένθερμος εθνικιστής ηγέτης αντιμετώπιζε τις ΗΠΑ με έντονη καχυποψία, θεωρώντας ότι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο λειτούργησαν με γνώμονα το δικό τους, στενό συμφέρον.

Το 1963, εκφράζοντας ανοιχτά τις αμφιβολίες του για τη δέσμευση της Ουάσιγκτον στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, ο Ντε Γκωλ δήλωνε χαρακτηριστικά: «Κανείς στον κόσμο, και κυρίως κανείς στην Αμερική, δεν μπορεί να πει αν, πού, πώς και σε ποιο βαθμό θα χρησιμοποιηθούν τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα για την υπεράσπιση της Ευρώπης». Η περίοδος αυτή αποτέλεσε ιστορικό σημείο καμπής. Η Γαλλία αποφάσισε να αναπτύξει το δικό της, ανεξάρτητο πυρηνικό πρόγραμμα, ένα αποτρεπτικό οπλοστάσιο που παραμένει πλήρως αυτόνομο μέχρι και σήμερα. Η κορύφωση της γαλλικής δυσαρέσκειας ήρθε το 1966, όταν ο Ντε Γκωλ απέσυρε τη χώρα από το ενοποιημένο στρατιωτικό στρατηγείο του ΝΑΤΟ, διαμαρτυρόμενος για την αμερικανική κυριαρχία εντός της Συμμαχίας.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη ρωσική εισβολή και τον νέο Ντε Γκωλ
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Γαλλία διατήρησε την παρουσία της στις πολιτικές δομές και τις κοινές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, κρατώντας όμως σφιχτά στα χέρια της την ανεξάρτητη στρατιωτική διοίκηση και την πυρηνική της αποτροπή. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η συνεργασία εμβάθυνε σταδιακά, κυρίως μέσα από τις επεμβάσεις στη Βοσνία (1993-2004) και το Κοσσυφοπέδιο (1999). Το 2009, υπό την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί, η Γαλλία επέστρεψε πλήρως στο ενοποιημένο στρατιωτικό στρατηγείο του ΝΑΤΟ.
Παρ’ όλα αυτά, ο βαθύς σκεπτικισμός της γαλλικής πολιτικής ελίτ για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία δεν εξαλείφθηκε ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι το 2003 η Γαλλία, μαζί με τη Γερμανία, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Ακόμη πιο ηχηρή ήταν η δήλωση του Εμανουέλ Μακρόν το 2019, όταν χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ «εγκεφαλικά νεκρό». Σήμερα, με φόντο την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και κυρίως μετά την επιστροφή του επικριτή του ΝΑΤΟ, Ντόναλντ Τραμπ, ο Μακρόν επιχειρεί να αναδειχθεί σε έναν σύγχρονο Ντε Γκωλ. Υποστηρίζει σθεναρά την έννοια της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας», επιδιώκοντας η ΕΕ να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της ασφάλειάς της.

Ο πρώτος πυλώνας: Η νέα ευρωπαϊκή πυρηνική ομπρέλα
Παρότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το ΝΑΤΟ, ο Γάλλος πρόεδρος χτίζει συστηματικά τις εναλλακτικές του. Η γαλλική στρατηγική εδράζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος αφορά τη συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής ομπρέλας. Ο Μακρόν πιέζει για την αύξηση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου και την εμβάθυνση της συνεργασίας με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη μοναδική άλλη ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη. Σε αριθμούς, η Γαλλία διαθέτει το τέταρτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο (περίπου 290 κεφαλές) και το Ηνωμένο Βασίλειο γύρω στις 225, μεγέθη βέβαια υποδεέστερα σε σχέση με τις χιλιάδες κεφαλές των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ή τις 600 της Κίνας.
Ένα καθοριστικό βήμα έγινε τον Ιούνιο του 2025, όταν Παρίσι και Λονδίνο υπέγραψαν τη Διακήρυξη του Νόρθγουντ, μια συμφωνία εμβάθυνσης της συνεργασίας στα πυρηνικά όπλα, σχηματίζοντας ουσιαστικά μια κοινή ομπρέλα προστασίας για την Ευρώπη. Καθώς η αποτρεπτική ισχύς της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω των πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ, ο Μακρόν ανακοίνωσε από τον Μάρτιο ένα νέο δόγμα «προωθημένης αποτροπής». Το σχέδιο αυτό προβλέπει την ανάπτυξη γαλλικών αεροσκαφών με πυρηνικές δυνατότητες σε συμμαχικά εδάφη. Ήδη, οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ολλανδία, Ελλάδα, Βέλγιο, Πολωνία, Σουηδία, Δανία και Ηνωμένο Βασίλειο) έχουν ενταχθεί σε αυτό το γαλλικό σχήμα πυρηνικής αποτροπής, ενώ Γαλλία και Γερμανία ηγούνται πλέον μιας διευθυντικής ομάδας υψηλού επιπέδου για τον συντονισμό της στρατηγικής τους.

Ο δεύτερος πυλώνας: Το δίκτυο των διμερών αμυντικών συμφωνιών
Ο δεύτερος κρίσιμος ρόλος που αναλαμβάνει το Παρίσι στην κατεύθυνση ενός ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ είναι η οικοδόμηση ενός εκτεταμένου δικτύου διμερών αμυντικών συνεργασιών, ανεξάρτητων από τα θεσμικά πλαίσια της ΕΕ ή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Από το 2025, η Γαλλία έχει προχωρήσει στην υπογραφή τέτοιων κρίσιμων διμερών συμφωνιών με κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Πολωνία, η Νορβηγία, η Σουηδία και ο Καναδάς.
Κάποιες από αυτές τις συνθήκες έχουν τεράστια επιχειρησιακή βαρύτητα. Η συμφωνία με την Κύπρο, για παράδειγμα, επιτρέπει πλέον την ανάπτυξη γαλλικών στρατευμάτων στο νησί, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο. Είχαν προηγηθεί η κομβική διμερής αμυντική συνθήκη του Άαχεν με τη Γερμανία το 2019, καθώς και το αμυντικό σύμφωνο με την Ελλάδα το 2021. Τοποθετώντας τον εαυτό της στο επίκεντρο αυτού του ενδοευρωπαϊκού δικτύου εταιρικών σχέσεων ασφαλείας, η Γαλλία επιδιώκει να αναδειχθεί στον απόλυτο πυρήνα της συλλογικής άμυνας της Γηραιάς Ηπείρου, διασφαλίζοντας ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ίδια της την επιβίωση.
Ο τρίτος πυλώνας: Η δύσκολη ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής άμυνας
Ο τρίτος, και ίσως πιο περίπλοκος, πυλώνας αυτού του υπό διαμόρφωση συστήματος είναι η προώθηση μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον τομέα της άμυνας. Η κατεύθυνση αυτή μεταφράζεται πρακτικά σε κοινές προμήθειες εξοπλισμών, διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων και κοινά αμυντικά προγράμματα, όπως η ανάπτυξη ενός προγράμματος αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς που συζητείται επί του παρόντος μεταξύ Γαλλίας, Ιταλίας και Τουρκίας. Ο απώτερος στόχος του Μακρόν δεν είναι κρυφός: έχει ζητήσει επανειλημμένα, ήδη από το 2018, τη δημιουργία ενός πραγματικού ευρωπαϊκού στρατού.
Ωστόσο, εδώ το Παρίσι συναντά σημαντικά εμπόδια. Η περίπτωση του FCAS (Future Combat Air System), του κοινού γαλλογερμανικού προγράμματος κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς, είναι χαρακτηριστική, καθώς κατέρρευσε τον Ιούνιο έπειτα από μια δεκαετία, λόγω έντονων βιομηχανικών ανταγωνισμών. Επιπρόσθετα, κράτη-μέλη της ΕΕ που διατηρούν καθεστώς ουδετερότητας, όπως η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Μάλτα, προβάλλουν συχνά ισχυρές αντιρρήσεις απέναντι σε κοινές αμυντικές πρωτοβουλίες, δημιουργώντας νομικά και πολιτικά κωλύματα.
Συμπλήρωμα και όχι αντικατάσταση της ατλαντικής συμμαχίας
Παρά τις μεθοδικές κινήσεις του Παρισιού, στο σημερινό γεωπολιτικό τοπίο το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να υφίσταται ως μια απολύτως λειτουργική στρατιωτική συμμαχία. Η πιθανότητα να αντικατασταθεί άμεσα από μια νέα γαλλικής έμπνευσης αρχιτεκτονική είναι μάλλον ελάχιστη. Ο ρεαλιστικός στόχος ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» υπό την ηγεσία του Μακρόν δεν είναι η ανατροπή του υφιστάμενου πλαισίου, αλλά η συμπλήρωση της διατλαντικής συμμαχίας.
Μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας, η Γαλλία πασχίζει να δημιουργήσει έναν πολύ ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα εντός –αλλά και επικουρικά– του ΝΑΤΟ. Αν το καταφέρει, η Ευρώπη της επόμενης δεκαετίας θα διαθέτει τα δικά της, πραγματικά αποτρεπτικά εργαλεία, έτοιμη να αντιμετωπίσει τις αναταράξεις ενός ολοένα και πιο ασταθούς πολυπολικού κόσμου.

