Το σκοτεινό κύκλωμα της μασονικής στοάς Athanor: Από απαγωγές και εμπρησμούς μέχρι συμβόλαια θανάτου
Στο εδώλιο 22 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους πρώην αστυνομικοί, πρόσωπα που συνδέονταν με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες και στελέχη ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας – Η τυχαία σύλληψη που αποκάλυψε ένα δίκτυο το οποίο, σύμφωνα με την εισαγγελία, λειτουργούσε ως «επιχείρηση του εγκλήματος»
Μία από τις πιο πολύκροτες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών εκδικάζεται στη Γαλλία, με την υπόθεση Athanor να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των γαλλικών μέσων ενημέρωσης λόγω της φύσης των κατηγοριών αλλά και της ταυτότητας των εμπλεκομένων.
Στο Ειδικό Κακουργιοδικείο του Παρισιού δικάζονται 22 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων επιχειρηματίες, πρώην δημοσιογράφος, απόστρατος αξιωματικός των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών, αστυνομικοί, στελέχη ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας και πρόσωπα που συνδέονταν με τη DGSE, τη γαλλική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών.
Σύμφωνα με την εισαγγελία, οι κατηγορούμενοι δεν συνδέονταν απλώς μέσω κοινών γνωριμιών που είχαν αποκτήσει μέσα από τη μασονική στοά Athanor. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι είχαν συγκροτήσει μια οργανωμένη εγκληματική δομή που αναλάμβανε, έναντι αμοιβής, ένα ευρύ φάσμα παράνομων ενεργειών, από παρακολουθήσεις και εκφοβισμούς μέχρι απαγωγές, εμπρησμούς, βιομηχανική κατασκοπεία και συμβόλαια θανάτου.
Η γαλλική εφημερίδα Le Monde αναφέρει ότι οι εισαγγελείς περιέγραψαν το κύκλωμα ως «PME du crime», δηλαδή μια «μικρομεσαία επιχείρηση του εγκλήματος», η οποία λειτουργούσε με οργανωμένη δομή, καταμερισμό ρόλων και πελατολόγιο.

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε στις 24 Ιουλίου 2020, όχι ύστερα από κάποια μεγάλη επιχείρηση των μυστικών υπηρεσιών, αλλά έπειτα από μια τυχαία καταγγελία κατοίκου του Κρετέιγ, στα προάστια του Παρισιού.
Ο κάτοικος παρατήρησε ένα ύποπτο όχημα να παραμένει σταθμευμένο για πολλές ώρες έξω από την κατοικία της επιχειρηματία Marie-Hélène Dini, η οποία ήταν γνωστή στον χώρο του επαγγελματικού coaching.
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο, συνέλαβαν δύο βαριά οπλισμένους άνδρες πριν προλάβουν να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια.
Οι δύο ύποπτοι υποστήριξαν αρχικά ότι συμμετείχαν σε απόρρητη αποστολή της DGSE. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα.
Οι ανακριτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για πρόσωπα που εργάζονταν σε εγκαταστάσεις της υπηρεσίας χωρίς να εκτελούν κρατική αποστολή και ότι προετοίμαζαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τη δολοφονία της επιχειρηματία.

Οι φερόμενοι εγκέφαλοι και οι εννέα επιχειρήσεις που εξετάζονται
Στην κορυφή της οργάνωσης, σύμφωνα με την εισαγγελία, βρίσκονταν δύο πρόσωπα. Ο Daniel Beaulieu, 72 ετών και απόστρατος αστυνομικός των υπηρεσιών πληροφοριών, φέρεται να είχε τον επιχειρησιακό συντονισμό των ενεργειών. Οι εισαγγελείς τον περιέγραψαν ως τον άνθρωπο που κινούσε τα νήματα και οργάνωνε τις αποστολές.
Δίπλα του τοποθετείται ο Frédéric Vaglio, πρώην δημοσιογράφος, ο οποίος σύμφωνα με τη δικογραφία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον χώρο των μυστικών υπηρεσιών, της κατασκοπείας και των μυστικών εταιρειών. Αργότερα δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της επιχειρηματικής πληροφόρησης και της ιδιωτικής ασφάλειας.
Κατά το κατηγορητήριο, ο Vaglio αναλάμβανε την εξεύρεση πελατών και τη διαμεσολάβηση για τις υποθέσεις που αναλάμβανε το δίκτυο, ενώ ο Beaulieu φέρεται να ήταν υπεύθυνος για την υλοποίηση των επιχειρήσεων μέσω ενός δικτύου πρώην στελεχών ασφαλείας και ιδιωτικών φρουρών.
Η εισαγγελία υποστηρίζει ότι από το 2016 έως το 2020 η ομάδα πραγματοποίησε τουλάχιστον εννέα μεγάλες επιχειρήσεις.
Ανάμεσα στις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία βρίσκονται μία δολοφονία, δύο απόπειρες δολοφονίας, βίαιοι ξυλοδαρμοί, εμπρησμοί κατοικιών και οχημάτων, επιθέσεις κατά αιρετών, υποθέσεις βιομηχανικής κατασκοπείας, βίαιες εισπράξεις χρεών και εκφοβισμοί επιχειρηματιών και συνδικαλιστών.
Συνολικά εξετάζονται 114 αδικήματα, από τα οποία 25 είναι κακουργήματα, ενώ οι πράξεις φέρονται να διαπράχθηκαν σε οκτώ διαφορετικά γαλλικά διαμερίσματα.
Η ακροαματική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, καταθέσεις έδωσαν περίπου 150 μάρτυρες και πραγματογνώμονες, ενώ οι συνεδριάσεις ξεπέρασαν τις 600 ώρες.
Κεντρική θέση στη δίκη κατέχει η υπόθεση της Marie-Hélène Dini. Η επιχειρηματίας είχε αναλάβει πρωτοβουλία για τη δημιουργία επαγγελματικού φορέα πιστοποίησης των coaches στη Γαλλία. Οι ανακριτές υποστηρίζουν ότι η δραστηριότητά της επηρέαζε οικονομικά συμφέροντα ανταγωνιστών της και ότι επιχειρηματίας κατέβαλε περίπου 70.000 ευρώ για να οργανωθεί η δολοφονία της.
Το σχέδιο, σύμφωνα με την εισαγγελία, δεν υλοποιήθηκε ποτέ λόγω της σύλληψης των δύο ενόπλων λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη επίθεση.

Από τη δολοφονία οδηγού αγώνων μέχρι τη βιομηχανική κατασκοπεία
Η έρευνα επεκτάθηκε και σε άλλες υποθέσεις που αρχικά έμοιαζαν ασύνδετες μεταξύ τους. Οι ανακριτές θεωρούν ότι το ίδιο δίκτυο ενδέχεται να συνδέεται με τη δολοφονία του πρώην οδηγού αγώνων Laurent Pasquali, ο οποίος εξαφανίστηκε το 2018. Η σορός του βρέθηκε μήνες αργότερα θαμμένη σε δασική περιοχή της Haute-Loire.
Κατά το κατηγορητήριο, πίσω από την υπόθεση βρίσκονταν οικονομικές διαφορές στον χώρο του αυτοκινήτου και η «εκκαθάριση» φέρεται να ανατέθηκε μέσω του ίδιου κυκλώματος.
Η δικογραφία περιλαμβάνει επίσης περιστατικά βιομηχανικής κατασκοπείας. Σε μία από τις υποθέσεις που εξετάζονται, υπάλληλος της Mercedes φέρεται να δέχθηκε επίθεση από άτομο μεταμφιεσμένο σε διανομέα πίτσας, με στόχο την κλοπή του επαγγελματικού της υπολογιστή.
Παράλληλα, περιγράφονται εμπρησμοί κατοικιών και οχημάτων, επιθέσεις κατά επιχειρηματιών για είσπραξη χρεών, σχέδια εξόντωσης συνδικαλιστή της CGT, καθώς και βίαιες επιθέσεις εναντίον αιρετών της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Παρότι η υπόθεση συνδέθηκε με τη μασονική στοά Athanor, οι γαλλικές αρχές δεν αποδίδουν ευθύνη στη μασονία ως θεσμό.
Η Grande Loge de l’Alliance Maçonnique Française (GL-AMF), στην οποία υπαγόταν η συγκεκριμένη στοά, προχώρησε το 2021 στη διάλυσή της και στην απομάκρυνση των εμπλεκομένων προσώπων, τονίζοντας ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους δεν σχετίζονται με τις αρχές και τη λειτουργία της οργάνωσης.
Στις αρχές Ιουλίου ολοκληρώθηκαν οι αγορεύσεις της εισαγγελίας. Για τους 19 από τους 22 κατηγορούμενους ζητήθηκαν ποινές που κυμαίνονται από 18 μήνες με αναστολή έως 30 χρόνια κάθειρξης, ενώ για τρεις προτάθηκε αθώωση λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Η βαρύτερη ποινή προτάθηκε για τον Daniel Beaulieu, ενώ για τον Frédéric Vaglio η εισαγγελία ζήτησε 25 χρόνια κάθειρξης.
Η υπόθεση Athanor έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση στη Γαλλία, καθώς αγγίζει έναν ευαίσθητο χώρο όπου διασταυρώνονται πρόσωπα με διασυνδέσεις στις υπηρεσίες πληροφοριών, στην αστυνομία και στην ιδιωτική ασφάλεια. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι γνώσεις, οι επαφές και η επιχειρησιακή εμπειρία αυτών των ανθρώπων χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση ιδιωτικών και παράνομων αποστολών, σε μια υπόθεση που πολλοί στη Γαλλία θεωρούν ήδη σημείο αναφοράς για τη Δικαιοσύνη της χώρας.

