Mπούμερανγκ για τον Aλβανικό εθνικισμό η νέα μελέτη για το DNA – Πώς οι εθνικιστικές ερμηνείες συγκρούονται με την ιστορική πραγματικότητα

Gιατί η γενετική συνέχεια δεν συνεπάγεται ιστορική κυριαρχία και πού εντοπίζονται τα κενά της εθνικής αφήγησης

Mπούμερανγκ για τον Aλβανικό εθνικισμό η νέα μελέτη για το DNA – Πώς οι εθνικιστικές ερμηνείες συγκρούονται με την ιστορική πραγματικότητα

Η πρόσφατη μελέτη “Ancient DNA evidence for the history of the Albanians” που δημοσιεύθηκε στο Nature Human Behaviour παρουσιάστηκε σχεδόν αμέσως από κύκλους του αλβανικού εθνικισμού ως «η οριστική επιστημονική απόδειξη» της αδιάσπαστης ιλλυρικής καταγωγής των Αλβανών. Στα κοινωνικά δίκτυα, σε εθνικιστικά portals αλλά και σε μέρος του πολιτικού λόγου στα Τίρανα, η έρευνα βαφτίστηκε περίπου ως γενετικό πιστοποιητικό ιστορικής πρωτοκαθεδρίας στα δυτικά Βαλκάνια. Μόνο που η ίδια η μελέτη είναι πολύ πιο προσεκτική — και τελικά πολύ πιο άβολη — από τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί.

σχετικά άρθρα

Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι συγκεκριμένα. Οι σημερινοί Αλβανοί εμφανίζουν σημαντική γενετική συνέχεια με προ-σλαβικούς πληθυσμούς της δυτικής Βαλκανικής, δηλαδή με ανθρώπινες ομάδες που ζούσαν στην περιοχή πριν από τις μεγάλες σλαβικές μετακινήσεις του 6ου και 7ου αιώνα. Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι οι Αλβανοί δέχθηκαν μικρότερη σλαβική γενετική επίδραση σε σχέση με άλλους βαλκανικούς πληθυσμούς, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένας τοπικός πληθυσμιακός πυρήνας διατηρήθηκε σχετικά συμπαγής σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές.

Η παγίδα της γενετικής ερμηνείας

Μέχρι εδώ, πρόκειται για σοβαρή επιστημονική εργασία. Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που το εύρημα αυτό μετατρέπεται σε πολιτικό σύνθημα. Διότι η ίδια η μελέτη δεν λέει πουθενά ότι οι Αλβανοί είναι «καθαροί Ιλλυριοί», ότι αποτελούν «τον αρχαιότερο λαό της Βαλκανικής», ούτε ότι διαθέτουν αποκλειστικά δικαιώματα ιστορικής συνέχειας στην περιοχή. Αντίθετα, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι η γενετική συνέχεια δεν ταυτίζεται ούτε με γλώσσα ούτε με εθνότητα. Η γενετική καταγράφει πληθυσμούς και επιμειξίες — όχι εθνικές σημαίες που επιβιώνουν αμετάβλητες επί τρεις χιλιετίες.

Ακόμη πιο δύσκολη για τις ακραίες αλβανικές αφηγήσεις είναι η γλωσσολογική διάσταση. Εδώ και δεκαετίες, σημαντικοί κεντροευρωπαίοι βαλκανιολόγοι — όπως ο Norbert Jokl και ο Gustav Weigand — έχουν υποστηρίξει ότι η πρωτοαλβανική γλώσσα πιθανότατα δεν σχηματίστηκε στις παράκτιες περιοχές της σημερινής Αλβανίας αλλά βαθύτερα στη βαλκανική ενδοχώρα. Το περιορισμένο αρχαίο ναυτικό λεξιλόγιο και το βαρύ λατινικό υπόστρωμα υποδηλώνουν έναν πληθυσμό που εξελίχθηκε μέσα σε έναν εκλατινισμένο ρωμαϊκό κόσμο της ενδοχώρας και μετακινήθηκε σταδιακά δυτικότερα. Δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από την εικόνα μιας αιώνιας, αμετάβλητης και πανίσχυρης «Ιλλυρίας» που δήθεν παρέμεινε αναλλοίωτη επί χιλιετίες μέχρι να «δικαιωθεί» σήμερα μέσω DNA tests.

Το ερώτημα της ιστορικής ορατότητας

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη αντίφαση του αλβανικού εθνικισμού. Όσο περισσότερο προσπαθεί να παρουσιάσει τη νέα έρευνα ως «θρίαμβο», τόσο περισσότερο εκθέτει το βασικό ιστορικό του πρόβλημα: την εξαιρετικά αργή και αδύναμη ιστορική ορατότητα των ίδιων των Αλβανών. Διότι ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι υπήρχε ένας παλαιοβαλκανικός πληθυσμιακός πυρήνας από τον οποίο προήλθαν σταδιακά οι αλβανόφωνοι πληθυσμοί, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: πού ακριβώς βρίσκεται το ιστορικό αποτύπωμα αυτού του κόσμου επί τόσους αιώνες;

Οι Αλβανοί εμφανίζουν με σαφή εθνογλωσσική αναφορά μόλις τον 11ο αιώνα στις βυζαντινές πηγές, κυρίως μέσα από τα κείμενα του Michael Attaleiates. Μέχρι τότε, σε μια Βαλκανική που είχε ήδη παράξει: ελληνικές πόλεις, ρωμαϊκές επαρχίες, βυζαντινά κέντρα, χριστιανικές επισκοπές, μοναστήρια, νομική παράδοση, αυτοκρατορική διοίκηση, εμπορικά δίκτυα, λογοτεχνία, θεσμούς, επιγραφές, και τεράστιο αρχαιολογικό υλικό, οι Αλβανοί παραμένουν αόρατοι. Και αυτό δεν είναι απλώς «συνωμοσία των πηγών». Είναι ιστορικό δεδομένο.

Το περιθώριο των μεγάλων πολιτισμών

Οι Βυζαντινοί ασφαλώς δεν κατέγραφαν κάθε ορεινή ή ποιμενική κοινότητα. Όμως κατέγραψαν σχεδόν κάθε λαό που απέκτησε πολιτική ισχύ, αστική παρουσία, στρατιωτική επιρροή, εμπορική σημασία, ή πολιτισμικό αποτύπωμα. Κατέγραψαν Σλάβους, Βλάχους, Βουλγάρους, Αρμένιους, Παυλικιανούς, Νορμανδούς, Πετσενέγους, Κουμάνους, ακόμη και μικρές αιρετικές ομάδες της Ανατολίας. Η σχεδόν πλήρης απουσία αλβανικής ιστορικής παρουσίας επί τόσους αιώνες λέει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι οι πρόγονοι των Αλβανών φαίνεται να αποτελούσαν κυρίως περιφερειακό, ορεινό και ποιμενικό πληθυσμό χωρίς σοβαρή κρατική, αστική ή πολιτισμική ισχύ.

Και εδώ ακριβώς η νέα γενετική έρευνα γίνεται μπούμερανγκ για τους ίδιους τους εθνικιστές που προσπαθούν να την οικειοποιηθούν. Διότι όσο περισσότερο υποστηρίζουν ότι «ήταν πάντα εκεί», τόσο πιο πιεστικό γίνεται το ερώτημα: Και τι ακριβώς έκαναν επί τόσους αιώνες στη Βαλκανική; Πού είναι οι πόλεις τους, τα μεγάλα μνημεία, οι επιγραφές, οι ναοί, τα διοικητικά κέντρα, η γραπτή παράδοση, τα φιλοσοφικά ή θεολογικά κείμενα, οι πολιτικές δομές, οι θεσμοί, τα μεγάλα εμπορικά δίκτυα; Πού είναι η ιστορική μνήμη ενός «αδιάσπαστου πανάρχαιου έθνους»;

Η απάντηση που δίνει εμμέσως η ίδια η ιστορία είναι μάλλον σκληρή: επί αιώνες οι πρόγονοι των Αλβανών φαίνεται ότι ζούσαν κυρίως ως ορεινές και ποιμενικές κοινότητες στο περιθώριο των μεγάλων πολιτισμικών και αυτοκρατορικών εξελίξεων της Βαλκανικής. Αυτό δεν είναι προσβολή· είναι απλώς η εικόνα που αφήνουν πίσω τους οι ίδιες οι πηγές. Στην πραγματικότητα, η νέα έρευνα δεν ενισχύει τόσο τον αλβανικό εθνικισμό όσο αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του. Δείχνει πιθανή πληθυσμιακή συνέχεια — αλλά ταυτόχρονα φωτίζει και το τεράστιο ιστορικό κενό πολιτισμικής και πολιτικής παρουσίας.