Η σαρωτική νίκη της αμερικανικής αριστεράς, η συντριβή του Τραμπ και η νέα γεωπολιτική σκακιέρα

Πώς η ιστορική εκλογική ανατροπή στις ΗΠΑ αποδομεί την επιρροή των λόμπι, επαναπροσδιορίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή και επιφέρει ένα στρατηγικό πλήγμα στην κυριαρχία της χρηματοδοτικής ολιγαρχίας.

Η σαρωτική νίκη της αμερικανικής αριστεράς, η συντριβή του Τραμπ και η νέα γεωπολιτική σκακιέρα

Το αποτέλεσμα της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν συνιστά απλώς μια ευρεία επικράτηση του Δημοκρατικού κόμματος. Αποτελεί τη μεγαλύτερη ιστορική ρήξη που έχει καταγραφεί ποτέ στο πολιτικό σύστημα της χώρας, σηματοδοτώντας μια άνευ προηγουμένου νίκη της αμερικανικής αριστεράς. Οι δυνάμεις του Ντόναλντ Τραμπ, η συντηρητική δεξιά, τα ισχυρά λόμπι και οι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας, υπέστησαν μια στρατηγική συντριβή. Το πολιτικό σκηνικό μετασχηματίζεται βίαια, με την είσοδο ενός αριθμού ρεκόρ σοσιαλιστών και προοδευτικών υποψηφίων στο Κογκρέσο, οι οποίοι φέρνουν στο προσκήνιο μια ατζέντα ριζικής αναδιανομής του πλούτου στο εσωτερικό και εναντίωσης στις πολεμικές συρράξεις στο εξωτερικό.

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στο παγκόσμιο στερέωμα. Οι ΗΠΑ μπορεί να αποτελούν μια ηγεμονία σε τροχιά σχετικής συρρίκνωσης, αλλά παραμένουν η ισχυρότερη χώρα στον πλανήτη. Μια δεκαετία πριν, ένας άγνωστος, ηλικιωμένος γερουσιαστής από το Βερμόντ, ο Μπέρνι Σάντερς, ηττήθηκε οριακά στην προσπάθειά του να κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Σήμερα, η πολιτική του πλατφόρμα φαίνεται να έχει κερδίσει τον πόλεμο της ιδεολογικής ηγεμονίας, ελέγχοντας πλέον αποφασιστικά τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Μπέρνι Σάντερς - Βικιπαίδεια

Η μάχη του Μίσιγκαν και η ήττα του χρηματοδοτικού κατεστημένου

Το επίκεντρο αυτού του πολιτικού σεισμού καταγράφηκε στην πολιτεία του Μίσιγκαν, με την εκλογή του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, του πρώτου μουσουλμάνου γερουσιαστή στην αμερικανική ιστορία. Η νίκη του δεν ήταν απλώς εκλογική, αλλά δομική, καθώς συνέτριψε το ισχυρότερο φιλοϊσραηλινό λόμπι της Ουάσιγκτον, το AIPAC, το οποίο δαπάνησε άνω των 42 εκατομμυρίων δολαρίων εναντίον του. Ο Ελ-Σαγιέντ αντιμετώπισε μια τοξική, συχνά ρατσιστική εκστρατεία από την πλευρά του Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών, ενώ ταυτόχρονα ήρθε σε ευθεία ρήξη με το ίδιο το κατεστημένο του Δημοκρατικού κόμματος που επιχείρησε να τον περιθωριοποιήσει.

Στις προκριματικές εκλογές, το λόμπι επένδυσε τεράστια ποσά στην αντίπαλό του, Χέιλι Στίβενς, γνωρίζοντας ωστόσο ότι η βάση των Δημοκρατικών έχει πλέον στραφεί μαζικά εναντίον της ισραηλινής πολιτικής. Ο Ελ-Σαγιέντ βρέθηκε να υπολείπεται σε χρηματοδότηση με αναλογία 9 προς 1, έχοντας απέναντί του ηγετικές φιγούρες όπως ο Τσακ Σούμερ και η κυβερνήτης Γκρέτσεν Γουίτμερ. Παρόλα αυτά, στηριζόμενος σε μια τεράστια βάση 13.000 εθελοντών και αρνούμενος τις εταιρικές χορηγίες (PACs), επικράτησε, καταδεικνύοντας ότι η οργανωμένη βάση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αδρανοποιήσει το πολιτικό χρήμα. Η ατζέντα του, που περιλάμβανε το καθολικό σύστημα υγείας (Medicare for All), τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και το άμεσο εμπάργκο όπλων στο Ισραήλ, νομιμοποιήθηκε πλήρως από το εκλογικό σώμα.

Ποιος είναι ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο γιατρός που γίνεται ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ | ΣΚΑΪ

Η νέα γεωγραφία της αμερικανικής αριστεράς

Ο Ελ-Σαγιέντ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η αμερικανική Βουλή υποδέχεται πλέον μια συμπαγή ομάδα μελών των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (DSA). Δίπλα στις ήδη γνωστές Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και Ρασίντα Τλάιμπ, προστίθενται συνδικαλιστές, ακτιβιστές για το δικαίωμα στη στέγαση και δικηγόροι μεταναστών από πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, το Κολοράντο και η Καλιφόρνια. Σε τοπικό επίπεδο, η Ουάσιγκτον εξέλεξε τον πρώτο της σοσιαλιστή δήμαρχο, ενώ το 30% των ψηφοφόρων κάτω των 30 ετών αυτοπροσδιορίζονται πλέον ως δημοκρατικοί σοσιαλιστές, ξεπερνώντας κατά πολύ εκείνους που ταυτίζονται με τους Ρεπουμπλικανούς.

Η πολιτική διείσδυση των προοδευτικών επεκτείνεται και πέρα από τους κόλπους του DSA. Νέα πρόσωπα από τη Μινεσότα, το Ιλινόις και την Άιοβα καταλαμβάνουν κρίσιμες έδρες, εκτοπίζοντας κατεστημένους συντηρητικούς. Ακόμη και σε πολιτείες-κάστρα της αμερικανικής δεξιάς, όπως το Τέξας, οι Δημοκρατικοί εκλέγουν γερουσιαστή για πρώτη φορά από το 1988, βασιζόμενοι σε έναν «χριστιανικό αριστερό λαϊκισμό» που διεκδικεί ισχυρότερα συνδικάτα, υψηλότερη εταιρική φορολογία και τον τερματισμό των επιθετικών πωλήσεων όπλων. Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη ότι ο παραδοσιακός εκλογικός χάρτης επανασχεδιάζεται.

Το παλαιστινιακό ρήγμα και το τέλος της διπλωματικής ασυλίας

Ένα από τα πιο καθοριστικά στοιχεία αυτής της εκλογικής αναμέτρησης ήταν η μεταστροφή της κοινής γνώμης απέναντι στο Ισραήλ. Η άνευ όρων στρατιωτική και διπλωματική στήριξη του Τελ Αβίβ αποτελούσε για δεκαετίες διακομματικό δόγμα. Αυτή η εποχή φτάνει στο τέλος της. Σύμφωνα με τις μετρήσεις, το 80% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων βλέπει το Ισραήλ αρνητικά και ταυτίζεται περισσότερο με τους Παλαιστίνιους. Ακόμη και στο σύνολο του αμερικανικού πληθυσμού, οι πλειοψηφίες πλέον θεωρούν ότι οι αμερικανικοί πόροι δεν πρέπει να χρηματοδοτούν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, τις οποίες η νέα γενιά πολιτικών κατονομάζει ανοιχτά ως γενοκτονία.

Η εσωτερική πίεση είναι τόσο ασφυκτική που ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ υποχρεώθηκε να μιλήσει για περικοπές στη στρατιωτική βοήθεια, σε μια προφανή, έστω και προσχηματική, προσπάθεια να κατευνάσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η αδυναμία του κατεστημένου του Δημοκρατικού κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του ηγέτη τους Χακίμ Τζέφρις, να αφουγκραστεί εγκαίρως αυτή τη στροφή, παραλίγο να στοιχίσει ακριβά. Το γεγονός ότι πάνω από 100 βουλευτές των Δημοκρατικών ψήφισαν ήδη υπέρ της διακοπής της στρατιωτικής βοήθειας των 3,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προμηνύει μια ριζική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον το προσεχές διάστημα.

Η στρατηγική παγίδα του Ιράν και το μακροοικονομικό κόστος

Το τελειωτικό χτύπημα για το στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών προήλθε από την εξωτερική πολιτική και τα μακροοικονομικά της απόνερα. Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν πριν από οκτώ μήνες —με την εξόντωση της ιρανικής ηγεσίας— μετατράπηκε σε ένα στρατηγικό βατερλώ. Η Ουάσιγκτον βρέθηκε εγκλωβισμένη σε μια σύρραξη που κατέδειξε τα όρια της στρατιωτικής της επιβολής. Το Ιράν, μπλοκάροντας τα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσε άμεσο έμφραγμα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι συνέπειες στο εσωτερικό των ΗΠΑ ήταν καταστροφικές: οι τιμές των καυσίμων εκτοξεύτηκαν και ο πληθωρισμός ροκάνισε το διαθέσιμο εισόδημα της μεσαίας τάξης. Αντί για μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη, η Ουάσιγκτον δαπάνησε δισεκατομμύρια, εξάντλησε τα αποθέματά της, άφησε ακάλυπτο το μέτωπο απέναντι στην Κίνα και υπέστη στρατιωτική ταπείνωση, προσθέτοντας ακόμη μια αποτυχία μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη. Αυτό το μακροοικονομικό σοκ, το οποίο πλήρωσε άμεσα ο Αμερικανός καταναλωτής, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την οργή του εκλογικού σώματος απέναντι στον Τραμπ.

Το φρένο στην αυταρχική διολίσθηση και οι χαμένες επενδύσεις των ελίτ

Η ήττα του Τραμπ δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική, αλλά βάζει προσωρινό φρένο σε μια μεθοδευμένη προσπάθεια άλωσης των αμερικανικών θεσμών. Το προηγούμενο διάστημα, το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο εργαλειοποίησε το υπουργείο Δικαιοσύνης, επιχείρησε να ελέγξει τις εκλογικές διαδικασίες, προχώρησε σε εκκαθαρίσεις ανεξάρτητων αξιωματούχων και επιχείρησε να αντικαταστήσει το θεσμικό κράτος με πρόσωπα απόλυτης κομματικής νομιμοφροσύνης. Αν ο πόλεμος στο Ιράν είχε στεφθεί με επιτυχία, η αυταρχική αυτή εδραίωση θα ήταν σήμερα τετελεσμένο γεγονός.

Παράλληλα, η εκλογική συντριβή αποτελεί ηχηρό ράπισμα για τη χρηματοδοτική ολιγαρχία. Ο Έλον Μασκ δαπάνησε σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια για να στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ πανίσχυροι μεγιστάνες όπως η Μίριαμ Άντελσον και ο Στίβεν Σβάρτσμαν επένδυσαν δεκάδες εκατομμύρια. Το πολιτικό χρήμα, όσο άφθονο κι αν ήταν, αποδείχθηκε ανίκανο να ανακόψει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Οι ελπίδες της συντηρητικής δεξιάς, όπως εκφράστηκαν από τον Τζέι Ντι Βανς, για ριζική μετατόπιση των νέων ψηφοφόρων, διαψεύστηκαν παταγωδώς. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των νέων, τόσο γυναικών όσο και ανδρών, ψήφισε υπέρ των Δημοκρατικών, καταγράφοντας ιστορικά ρεκόρ συσπείρωσης.

Το κεντρικό μήνυμα αυτών των εκλογών είναι διττό. Από τη μία, οι πολίτες εξέφρασαν την απόλυτη απόρριψή τους απέναντι σε ένα στρεβλό οικονομικό μοντέλο, απαιτώντας ισχυρό κοινωνικό κράτος, έλεγχο των μονοπωλίων και αναδιανομή πλούτου. Από την άλλη, το μήνυμα προς το κατεστημένο των Δημοκρατικών ενόψει του 2028 είναι σαφές: η εποχή της συνδιαλλαγής με την εταιρική Αμερική και η στήριξη των πολεμικών βιομηχανιών δεν αποτελούν πλέον εγγύηση πολιτικής επιβίωσης, αλλά συνταγή στρατηγικής αυτοκτονίας.