Γιατί οι πλούσιες αραβικές χώρες του Κόλπου δεν δέχονται πρόσφυγες ενώ η Ευρώπη δεν μπορεί να πει όχι

Πίσω από τις εικόνες με τις βάρκες στη Μεσόγειο κρύβεται ένα σύστημα δεκαετιών που καθορίζει ποιος φεύγει, ποιος μένει και ποιος τον δέχεται – και δεν έχει καμία σχέση με τη γεωγραφία

Γιατί οι πλούσιες αραβικές χώρες του Κόλπου δεν δέχονται πρόσφυγες ενώ η Ευρώπη δεν μπορεί να πει όχι

Ενας Σύρος πατέρας σηκώνει στην πλάτη του τα δύο παιδιά του και περπατά τρεις μέρες μέσα στην έρημο. Πίσω του η χώρα του καίγεται, το σπίτι του έχει ισοπεδωθεί, γείτονές του έχουν σκοτωθεί. Μπροστά του βρίσκονται η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – χώρες που μιλούν τη γλώσσα του, μοιράζονται τη θρησκεία του, βρίσκονται λίγες μέρες μακριά με τα πόδια. Κι όμως αυτός δεν σταματά εκεί. Συνεχίζει προς τη Γερμανία, μια χώρα 4.000 χιλιόμετρα βορειότερα, όπου κανείς δεν μιλά τη γλώσσα του και ελάχιστοι μοιράζονται τη θρησκεία του. Και τελικά φτάνει. Και η Γερμανία τον δέχεται.

σχετικά άρθρα

Η εικόνα αυτή, που έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές την τελευταία δεκαετία, δεν είναι τυχαία ούτε συναισθηματική. Είναι το αποτέλεσμα δύο εντελώς διαφορετικών συστημάτων, που χτίστηκαν με διαφορετική λογική, για διαφορετικούς σκοπούς, μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.

Οι αριθμοί που δεν βγάζουν νόημα με την πρώτη ματιά

Μέχρι το τέλος του 2024 η Ευρωπαϊκή Ένωση φιλοξενούσε περίπου 7,8 εκατομμύρια καταγεγραμμένους πρόσφυγες. Η Γερμανία μόνη της είχε υποδεχθεί πάνω από 1,2 εκατομμύριο ανθρώπους συριακής καταγωγής, ενώ η Σουηδία, μια χώρα με μόλις 10,6 εκατομμύρια κατοίκους, φιλοξενούσε σχεδόν 200.000 γεννημένους στη Συρία. Μόνο μέσα στο 2024 η ΕΕ δέχτηκε περίπου 912.000 πρώτες αιτήσεις ασύλου από Συρία, Αφγανιστάν, Βενεζουέλα και αλλού.

Μεταναστευτικό-προσφυγικό: Ένα μπαλάκι σε αέναη κίνηση | LiFO

Στην απέναντι όχθη, το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου –Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ομάν– μετρά συνολικό πληθυσμό πάνω από 57 εκατομμύρια και αποτελείται από χώρες ανάμεσα στις πλουσιότερες στον κόσμο, γεωγραφικά δίπλα σε κάθε μεγάλη εστία σύγκρουσης του μουσουλμανικού κόσμου. Κι όμως, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν καταγράψει μόλις 399 αναγνωρισμένους πρόσφυγες, το Κατάρ 179, η Σαουδική Αραβία μερικές εκατοντάδες οικογένειες συνολικά. Η Σουηδία, δηλαδή, δέχτηκε περίπου 150 φορές περισσότερους ανθρώπους συριακής καταγωγής από όσους πρόσφυγες έχουν καταγράψει συνολικά όλα μαζί τα Εμιράτα.

Μια λογική που γεννήθηκε στην έρημο

Για να καταλάβει κανείς αυτή τη διαφορά, πρέπει να πάει πίσω στη δομή της κοινωνίας του Κόλπου. Επί αιώνες, η επιβίωση στην αραβική χερσόνησο εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη φυλή – όχι από κράτος, όχι από σύνταγμα. Η αποκοπή από τη φυλή σήμαινε ουσιαστικά θάνατο. Αυτή η λογική δεν εξαφανίστηκε ποτέ πλήρως· απλώς μεταμορφώθηκε στη σύγχρονη πολιτική δομή. Οι μοναρχίες του Κόλπου δεν λειτουργούν ως κράτη-έθνη με τη δυτική έννοια, αλλά ως οικογενειακά εγχειρήματα: η Σαουδική Αραβία είναι κυριολεκτικά η «Αραβία των Αλ Σαούντ», τα Εμιράτα ομοσπονδία βασιλικών οίκων, το Κατάρ ο οίκος Αλ Θάνι. Η υπηκοότητα εκεί παραμένει κλειστή λέσχη βάσει καταγωγής – δεν αποκτάται με τη διαμονή, την εργασία ή τον γάμο.

Ιμπν Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας - Βικιπαίδεια

Η ανακάλυψη πετρελαίου τη δεκαετία του 1930 δημιούργησε τεράστιο πλούτο αλλά και ανάγκη για εργατικό δυναμικό, κάτι που ο μικρός γηγενής πληθυσμός δεν μπορούσε να καλύψει. Η λύση ήταν η εισαγωγή εκατομμυρίων εργαζομένων από Ινδία, Πακιστάν, Νεπάλ, Φιλιππίνες και αλλού, με καθεστώς πάντα προσωρινό, ελεγχόμενο, υπό όρους.

Το σύστημα καφάλα και ο τοίχος που παραμένει

Το εργαλείο διαχείρισης αυτών των εργατών ονομάζεται καφάλα – σύστημα χορηγίας όπου ο εργοδότης ελέγχει τη βίζα, τη δυνατότητα αλλαγής δουλειάς, ακόμη και την έξοδο από τη χώρα. Οργανώσεις όπως η Human Rights Watch έχουν καταγράψει κατασχέσεις διαβατηρίων, κλοπή μισθών και εξαιρετικά υψηλό αριθμό θανάτων εργαζομένων, ιδίως στο πλαίσιο της προετοιμασίας του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Κατάρ το 2022.

Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί μεταρρυθμίσεις: το Μπαχρέιν κίνησε πρώτο το 2009, το Κατάρ αναθεώρησε ουσιαστικά το σύστημά του το 2019-2020, ενώ τον Ιούνιο του 2025 η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε επίσημα την κατάργηση της καφάλα στο πλαίσιο του σχεδίου «Όραμα 2030», επηρεάζοντας περίπου 13 εκατομμύρια μετανάστες εργαζομένους. Αυτές οι αλλαγές όμως αφορούν τις συνθήκες εργασίας, όχι την πολιτική ταυτότητα. Κανένα κράτος του Κόλπου δεν έχει ανοίξει πραγματικό δρόμο προς την υπηκοότητα. Ο ξένος εργαζόμενος μπορεί σήμερα να αλλάζει εργοδότη ευκολότερα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να γίνει πολίτης.

Η σύμβαση που δεν υπέγραψε ποτέ κανείς στον Κόλπο

Το 1951, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφτηκε στη Γενεύη η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων, η οποία καθιέρωσε την αρχή της μη επαναπροώθησης – την απαγόρευση επιστροφής ανθρώπων σε χώρες όπου κινδυνεύουν. Την έχουν υπογράψει 149 κράτη, όλα τα μέλη της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία, ακόμη και πολλά αυταρχικά καθεστώτα.

Η Σύμβαση του 1951 σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων | UNHCR Ελλάδα

Κανένα από τα έξι κράτη του Κόλπου δεν την έχει υπογράψει ποτέ. Ούτε μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, ούτε μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, ούτε μετά τη Συρία ή την Υεμένη. Χωρίς την υπογραφή αυτή, δεν υπάρχει εσωτερικό νομικό καθεστώς «πρόσφυγα» στη Σαουδική Αραβία – η καταγραφή σε προγράμματα του ΟΗΕ δεν παρέχει καμία προστασία εντός της χώρας. Το Κατάρ αποτελεί τη μοναδική μερική εξαίρεση, με έναν νόμο ασύλου του 2018 που εφαρμόζεται όμως σπάνια και σε πολύ περιορισμένη κλίμακα.

Γιατί οι μονάρχες φοβούνται

Το ερώτημα είναι προφανές: γιατί έξι από τις πλουσιότερες και γεωγραφικά πλησιέστερες χώρες αρνούνται συστηματικά να βοηθήσουν τους γείτονές τους; Η απάντηση έχει να κάνει με την επιβίωση των καθεστώτων. Ένας εργαζόμενος με σύμβαση, όπως μια οικιακή βοηθός από τις Φιλιππίνες, δεν αποτελεί πολιτικό κίνδυνο· ήρθε για μισθό και θα φύγει. Ένας πρόσφυγας όμως έχει βιώσει την κατάρρευση κράτους, έχει πολιτικά δίκτυα, θρησκευτικές οργανώσεις, τραύμα πολέμου – και δεν οφείλει καμία αφοσίωση στον τοπικό ηγεμόνα.

Οι μοναρχίες θυμούνται καλά την Αραβική Άνοιξη του 2010-2012, όταν καθεστώτα που έμοιαζαν αιώνια κατέρρευσαν μέσα σε μήνες – η Σαουδική Αραβία έστειλε μάλιστα στρατό στο Μπαχρέιν για να αποτρέψει την πτώση της γειτονικής μοναρχίας. Θυμούνται επίσης τι συνέβη με τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες μετά το 1948: στην Ιορδανία οδήγησε στη σύγκρουση του Μαύρου Σεπτεμβρίου το 1970, στον Λίβανο συνέβαλε σε έναν εμφύλιο πόλεμο 15 ετών με 150.000 νεκρούς. Το συμπέρασμα που κράτησαν οι μονάρχες ήταν απλό: οι πρόσφυγες, με τον καιρό, γίνονται πολιτικοί παράγοντες, και οι πολιτικοί παράγοντες μπορούν να ανατρέψουν κυβερνήσεις.

Γιατί η Ευρώπη δεν μπορούσε να πει όχι

Η Ευρώπη του 1945 ήταν ερείπια, αλλά χρειαζόταν εργατικά χέρια, νέο ηθικό πλαίσιο μετά τον φασισμό και νέα ταυτότητα μετά το Ολοκαύτωμα. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε μια νέα φιλοσοφία: τα δικαιώματα δεν ανήκουν στην εθνικότητα, ανήκουν στο πρόσωπο. Αυτή η αρχή κωδικοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1950 και στη Σύμβαση της Γενεύης το 1951, και αργότερα στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου και στη ζώνη Σένγκεν.

Παράλληλα, οι μεταπολεμικές ανάγκες σε εργατικό δυναμικό έφεραν Τούρκους «φιλοξενούμενους εργάτες» στη Γερμανία, Αλγερινούς στη Γαλλία, Πακιστανούς στη Βρετανία – άνθρωποι που αρχικά θεωρήθηκαν προσωρινοί αλλά τελικά έμειναν μόνιμα, με το νομικό πλαίσιο να προσαρμόζεται σταδιακά προς τη μόνιμη εγκατάσταση και την πολιτογράφηση. Έτσι, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Συρία το 2011, η Ευρώπη ήταν η μοναδική περιοχή όπου η νομοθεσία έλεγε ξεκάθαρα: «μπορείς να υποβάλεις αίτηση και είμαστε νομικά υποχρεωμένοι να σε ακούσουμε». Η Γερμανία δέχτηκε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους μόνο το 2015, με την Άνγκελα Μέρκελ να λέει τη φράση «wir schaffen das» – «θα τα καταφέρουμε».

Η πολιτική αντίδραση που δεν αλλάζει τη νομοθεσία

Η ιστορία όμως δεν σταματά εκεί. Η πολιτική αντίδραση στην Ευρώπη έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια. Η Ουγγαρία και η Πολωνία αρνήθηκαν από νωρίς τις υποχρεωτικές ποσοστώσεις προσφύγων της ΕΕ. Η Σουηδία, που κάποτε έχτισε την ταυτότητά της γύρω από την πολυπολιτισμικότητα, προσφέρει σήμερα οικονομικά κίνητρα έως 350.000 σουηδικές κορόνες (περίπου 31.000 δολάρια) για εθελοντική επιστροφή προσφύγων. Στη Γερμανία, ο συνασπισμός CDU/CSU που ανέλαβε την εξουσία τον Μάιο του 2025 έχει σφίξει σημαντικά την πολιτική ασύλου, με τις αιτήσεις να μειώνονται περίπου στο μισό μέσα στο 2025.

Ωστόσο, όπως τονίζεται και στην ανάλυση, η πολιτική διάθεση αλλάζει, το νομικό πλαίσιο όχι. Η Σύμβαση της Γενεύης παραμένει σε ισχύ, η οδηγία περί ασύλου παραμένει δεσμευτική. Οι πολιτικοί μπορούν να σφίξουν τη βρύση, δεν μπορούν όμως να αφαιρέσουν τον σωλήνα.

Δύο συστήματα, δύο τιμήματα

Αυτή δεν είναι ιστορία θρησκείας ή γενναιοδωρίας. Είναι ιστορία δύο εντελώς διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων. Ο Κόλπος έχτισε ένα σύστημα σχεδιασμένο να αντλεί εργασία και να διατηρεί τη φυλετική υπηκοότητα – αποτελεσματικό στον στόχο του, αλλά με τίμημα εκατομμύρια ανθρώπους σε καθεστώς νομικού «κενού», χωρίς ποτέ δικαίωμα πραγματικής ένταξης. Η Ευρώπη έχτισε ένα σύστημα σχεδιασμένο να απορροφά ξένους και να τους μετατρέπει σταδιακά σε πολίτες – επίσης αποτελεσματικό, αλλά με τίμημα εσωτερική πολιτική ρήξη και άνοδο εθνικισμού.

Ο Σύρος πατέρας που περπατούσε προς τη Γερμανία δεν το έκανε επειδή η χώρα αυτή ήταν πιο γενναιόδωρη. Το έκανε επειδή η Γερμανία ήταν η μοναδική χώρα που είχε χτίσει ένα σύστημα το οποίο θα του επέτρεπε πραγματικά να μείνει. Και αυτή, τελικά, είναι η ουσία της ιστορίας: όχι τα σύνορα, ούτε οι βόμβες, ούτε οι βάρκες στη Μεσόγειο, αλλά αποφάσεις που πάρθηκαν δεκαετίες πριν, σε αίθουσες που κανείς δεν είδε, από ανθρώπους που κανείς δεν ψήφισε – αποφάσεις που ακόμη καθορίζουν σήμερα ποιος μπορεί να μείνει και ποιος όχι.