Ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ – Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν Βατερλό για τον Τράμπ
Με τους Δημοκρατικούς να προηγούνται και τον Ντόναλντ Τραμπ να καταγράφει ιστορικά χαμηλά ποσοστά, ο έλεγχος της Βουλής και της Γερουσίας κρέμεται από την πραγματική αξιοπιστία των μετρήσεων
Βρισκόμαστε μια μέρα μόλις πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ και ο εκλογικός πυρετός έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του. Οι υποψήφιοι κάνουν τις τελικές τους παρεμβάσεις, οι προεκλογικές περιοδείες ολοκληρώνονται, τα τελευταία εκατομμύρια δολάρια ξοδεύονται και οι ψηφοφόροι ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες, αν και δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών έχουν ήδη ασκήσει το δικαίωμά τους μέσω της πρόωρης ψήφου. Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε κάποιες από τις τελευταίες ημέρες της εκστρατείας του σε παραδοσιακά «κόκκινες» (Ρεπουμπλικανικές) πολιτείες, όπως το Μισισιπή και η Νότια Καρολίνα, αποδεικνύει πόσο έχουν αλλάξει οι προσδοκίες σε σχέση με λίγους μήνες πριν.
Οι Δημοκρατικοί παραμένουν το ξεκάθαρο φαβορί για να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και θεωρούνται πλέον επικρατέστεροι για να κερδίσουν και τη Γερουσία. Αν καταφέρουν να πάρουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, η ισορροπία δυνάμεων για τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του Τραμπ θα αλλάξει ριζικά. Μια τέτοια εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για εξονυχιστικές έρευνες, ενδεχόμενο παραπομπής (impeachment), καθώς και μπλοκάρισμα κρίσιμων νομοσχεδίων και διορισμών. Το διακύβευμα, συνεπώς, είναι τεράστιο για αμφότερα τα κόμματα, για την πορεία της χώρας, αλλά και για την ίδια τη βιομηχανία των δημοσκοπήσεων.

Τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά του Ντόναλντ Τραμπ
Για να κατανοήσουμε την εκλογική δυναμική αυτών των αναμετρήσεων, η καλύτερη αφετηρία είναι τα ποσοστά αποδοχής του ίδιου του Αμερικανού προέδρου. Σύμφωνα με τον μέσο όρο των μετρήσεων του Nate Silver, η καθαρή αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται περίπου στο -23%. Πρόκειται για ένα ιστορικά κακό νούμερο. Όπως επεσήμανε πρόσφατα η New York Times, το 34% θετικής γνώμης που κατέγραψε η δική της δημοσκόπηση είναι το χαμηλότερο ποσοστό για οποιονδήποτε πρόεδρο πριν από ενδιάμεσες εκλογές από την εποχή του Χάρι Τρούμαν το 1946 – μια χρονιά που οι Δημοκρατικοί του Τρούμαν υπέστησαν συντριπτικές απώλειες.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή για τον Τραμπ όταν αναλύσουμε επιμέρους ζητήματα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πρόεδρος «βυθίζεται» σε τέσσερα βασικά μέτωπα: μετανάστευση, εμπόριο, οικονομία και πληθωρισμός. Το γεγονός ότι τα νούμερά του στην οικονομία και τον πληθωρισμό είναι τόσο αρνητικά αποτελεί τεράστιο προειδοποιητικό σημάδι, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι αυτά τα δύο ζητήματα κατατάσσονται σταθερά στην πρώτη θέση των ανησυχιών των ψηφοφόρων.
Το προβάδισμα των δημοκρατικών στη βουλή των αντιπροσώπων
Ο ασφαλέστερος τρόπος για να μετρηθεί η πρόθεση ψήφου σε εθνικό επίπεδο στις ενδιάμεσες εκλογές είναι η γενική ψηφοφορία για το Κογκρέσο (generic congressional ballot), η οποία ρωτά τους πολίτες αν θα επέλεγαν Δημοκρατικό ή Ρεπουμπλικανό υποψήφιο. Σε διάφορους μέσους όρους αυτού του δείκτη, οι Δημοκρατικοί διατηρούν αυτή τη στιγμή ένα καθαρό προβάδισμα 8 έως 9 μονάδων έναντι των Ρεπουμπλικανών.

Ως εκ τούτου, τα μεγάλα προγνωστικά μοντέλα –όπως του Economist, του Nate Silver, του Race to the White House, του Electit και του Decision Desk HQ– δίνουν στους Δημοκρατικούς το απόλυτο προβάδισμα για την κατάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι περισσότερες προβλέψεις τοποθετούν τον αριθμό των εδρών που θα εξασφαλίσουν λίγο κάτω από τις 240, τη στιγμή που απαιτούνται 218 έδρες για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας.
Το δύσκολο στοίχημα της γερουσίας
Αν το τοπίο στη Βουλή μοιάζει ξεκάθαρο, η μάχη για τη Γερουσία είναι σαφώς πιο περίπλοκη. Για να πάρουν τον έλεγχο οι Δημοκρατικοί, πρέπει να διατηρήσουν όλες τις τρέχουσες έδρες τους και να «γυρίσουν» τουλάχιστον τέσσερις επιπλέον από τους Ρεπουμπλικανούς. Σε αυτές περιλαμβάνονται τουλάχιστον δύο πολιτείες τις οποίες ο Τραμπ κέρδισε το 2024 με διψήφια διαφορά. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή, ειδικά δεδομένου ότι ο εκλογικός χάρτης των εδρών που διεκδικούνται φέτος ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς.
Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα μοντέλα προβλέπουν ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε τροχιά νίκης. Το μοντέλο του Nate Silver τους δίνει 76% πιθανότητες να κατακτήσουν τη Γερουσία, το Race to the White House 77%, ενώ το Electit του Χάρβαρντ εκτιμά τις πιθανότητες στο 74%. Ακόμα και το πιο συντηρητικό μοντέλο του Economist τους δίνει ένα ελαφρύ προβάδισμα με 54%. Με βάση τον μέσο όρο των δημοσκοπήσεων, οι Δημοκρατικοί προηγούνται σε κομβικές πολιτείες όπως η Αλάσκα, η Αϊόβα, το Κάνσας, το Μέιν, η Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο και το Τέξας. Αν αυτές οι πολιτείες βαφτούν «μπλε», οι Δημοκρατικοί θα φτάσουν τις 54 έδρες, από τις 47 που κατέχουν σήμερα.

Μπορούν να πέσουν έξω οι δημοσκοπήσεις;
Όλα τα παραπάνω δεδομένα έχουν φέρει στην επιφάνεια ένα μεγάλο ερώτημα: τι θα συμβεί αν οι δημοσκοπήσεις κάνουν λάθος; Καθώς πλησιάζει η μέρα των εκλογών, η ερώτηση αυτή διατυπώνεται με αυξανόμενη αγωνία από τους Δημοκρατικούς και με καλυμμένη ελπίδα από τους Ρεπουμπλικανούς. Οι Δημοκρατικοί τρέμουν την ιδέα ενός εκλογικού αποτελέσματος που θα διαψεύσει τις υψηλές προσδοκίες τους. Στον αντίποδα, ο Λευκός Οίκος ποντάρει στο λάθος των δημοσκοπήσεων ως σανίδα σωτηρίας, υπενθυμίζοντας ότι στις τρεις τελευταίες προεδρικές εκλογές (2016, 2020, 2024) οι μετρήσεις υποτίμησαν συστηματικά τους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους.
Ο αναλυτής δεδομένων G. Elliot Morris μοντελοποίησε πώς θα έμοιαζαν οι κρίσιμες κούρσες της Γερουσίας αν οι δημοσκοπήσεις έπεφταν έξω στον ίδιο βαθμό με τις προεδρικές εκλογές. Σε αυτό το σενάριο, η πλειοψηφία των Δημοκρατικών στη Γερουσία θα εξαφανιζόταν. Το Οχάιο και το Τέξας θα γίνονταν απόλυτα ντέρμπι, ενώ τα προβαδίσματα των Δημοκρατικών στο Μέιν, την Αλάσκα, την Αϊόβα και το Κάνσας θα μετατρέπονταν σε νίκες των Ρεπουμπλικανών.
Το σενάριο των προεδρικών εκλογών έναντι των ενδιάμεσων
Ένας από τους βασικούς λόγους που οι Δημοκρατικοί υπερεκτιμώνται συνήθως σε χρονιές προεδρικών εκλογών είναι η ικανότητα του Τραμπ να κινητοποιεί σχετικά αδρανείς ψηφοφόρους, οι οποίοι είναι δύσκολο να εντοπιστούν από τους δημοσκόπους. Ωστόσο, φέτος δεν είναι χρονιά προεδρικών εκλογών και αυτοί οι ψηφοφόροι σπάνια προσέρχονται στις κάλπες όταν το όνομα του Τραμπ δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που ο πρόεδρος οργώνει τη χώρα, εκλιπαρώντας τους υποστηρικτές του να ψηφίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος. Παράλληλα όμως, η ιστορικά χαμηλή αποδοχή του ενδέχεται να ακυρώνει την αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής.
Είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τις προεδρικές, οι δημοσκοπήσεις των δύο τελευταίων ενδιάμεσων εκλογών (2018 και 2022) αποδείχθηκαν σε γενικές γραμμές ακριβείς. Αν εφαρμόσουμε το περιθώριο λάθους του 2018-2022 στις τρέχουσες μετρήσεις, οι Δημοκρατικοί όχι μόνο διατηρούν τα προβαδίσματά τους, αλλά σε πολιτείες όπως το Τέξας, το Μέιν και το Κάνσας, τα διευρύνουν. Υπάρχει μάλιστα και ένα τρίτο, ανατρεπτικό σενάριο: στις περσινές τοπικές εκλογές (off-year elections) σε Νιου Τζέρσεϊ και Βιρτζίνια, ήταν οι Δημοκρατικοί αυτοί που υποτιμήθηκαν κατά 5 έως 10 μονάδες.
Τελικά, ο μοναδικός τρόπος για να μάθουμε προς ποια κατεύθυνση θα γείρει η πλάστιγγα της στατιστικής απόκλισης είναι να καταμετρηθεί και η τελευταία ψήφος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το εύρος των πιθανών αποτελεσμάτων παραμένει τεράστιο και οι εκπλήξεις μπορούν να προκύψουν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
