Πρόσφυγες από Βιετνάμ και Σουδάν βρίσκουν δεύτερη πατρίδα στην Ελλάδα
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων και την 75η επέτειο της Σύμβασης της Γενεύης, αναδεικνύονται οι διαδρομές ζωής προσφύγων που βρήκαν καταφύγιο στην Ελλάδα.
Ο Γκουέν Τάνγκ Χούι, πρόσφυγας από το Βιετνάμ, αφίχθη στην Ελλάδα στις 19 Ιουλίου 1979. Είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την πατρίδα του έναν χρόνο νωρίτερα, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, μετά τη λήξη του πολέμου. Ο κ. Χούι, ένας από τους «boat people» – τους εκατοντάδες χιλιάδες Βιετναμέζους πρόσφυγες που διέφυγαν διά θαλάσσης – ήταν μεταξύ των 250 που τελικά μετεγκαταστάθηκαν στη χώρα μας. Σε ηλικία 21 ετών, έφυγε από το Βιετνάμ και βρέθηκε σε στρατόπεδο της Μαλαισίας, όπου παρέμεινε υπό δύσκολες συνθήκες για περίπου πέντε μήνες. Αν και η πρώτη του επιλογή ήταν η Αμερική, όπου είχε προέγκριση για σπουδές, προβλήματα με τα απαραίτητα έγγραφα τον οδήγησαν τελικά στην επιλογή της Ελλάδας.
Θυμάται την άφιξή του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Αρχικά εργάστηκε στη Ρόδο σε διάφορες θέσεις, από σερβιτόρος και βοηθός κουζίνας έως εργάτης σε εργοστάσια και επιχειρήσεις επίπλων. Το 1983, εργάστηκε σε εστιατόριο μεγάλου ξενοδοχείου που αναζητούσε ασιατικό προσωπικό. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1987, προχώρησε στην ίδρυση της δικής του αλυσίδας εστιατορίων ασιατικής κουζίνας. Παρά τη νοσταλγία για την πατρίδα του, ο κ. Χούι δηλώνει ότι η ζωή του βρίσκεται πλέον στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε ως Έλληνας υπήκοος, με φίλους του να τον χαρακτηρίζουν «Έλληνα που μιλάει τέλεια βιετναμέζικα».
Ο κ. Χούι βρέθηκε την περασμένη Τετάρτη στα εγκαίνια της έκθεσης «Memory & Courage», η οποία διοργανώθηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων και την 75η επέτειο της Σύμβασης της Γενεύης. Δίπλα του βρέθηκε η Αϊντά Μουσταφά, η οποία έφτασε στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια από το Σουδάν. Οι δύο τους αποτελούν παραδείγματα προσφύγων που, παρά τις διαφορετικές χρονικές περιόδους και συνθήκες εκτοπισμού, βίωσαν δύσκολες καταστάσεις αλλά κατάφεραν να ενταχθούν και να δημιουργήσουν στον νέο τόπο κατοικίας τους.
Η κ. Μουσταφά, χειρουργός και καθηγήτρια πανεπιστημίου, είχε μια σταθερή ζωή στο Χαρτούμ. Με την έναρξη του πολέμου στο Σουδάν, η κ. Μουσταφά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της με την οικογένειά της, παίρνοντας μόνο μια αλλαξιά ρούχα, με την αρχική εκτίμηση ότι η σύρραξη θα ήταν σύντομη. Η διαδρομή της περιελάμβανε διαδοχικές μετακινήσεις σε Ουάντ Μαντάνι, Πορτ Σουδάν και Κάιρο. Μετά από παραμονή ενός μήνα στην Αίγυπτο, η οικογένεια αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ο σύζυγός της, επίσης γιατρός, διέθετε ελληνικό διαβατήριο.
Η κ. Μουσταφά εκφράζει τη δυσκολία της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, αναφέροντας ότι της λείπουν το σπίτι, η εργασία και η κοινότητά της, τονίζοντας πόσο δύσκολο είναι να αποδεχθεί την απώλεια της προηγούμενης ζωής της. Παρά τις δυσκολίες, μαθαίνει ελληνικά με στόχο την επανένταξή της στις χειρουργικές αίθουσες, ενώ έχει ήδη ολοκληρώσει με επιτυχία το διδακτορικό της στη χειρουργική μαστού στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.
Οι ιστορίες τους αναδεικνύουν την ικανότητα των ανθρώπων να προσαρμοστούν και να δημιουργήσουν, ακόμα και μετά από καταστροφικές εμπειρίες, βρίσκοντας μία νέα πατρίδα. Περισσότερες ειδήσεις για τα Διεθνή δρώμενα, καθώς και για Επιχειρήσεις και πρωτοβουλίες προσφύγων, μπορείτε να βρείτε στο iaxia.gr.

