Καίγεται ο Νότος. Και τώρα έρχεται και ο λογαριασμός

Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης και ταυτόχρονα στους πιο ευάλωτους στο κόστος της μετάβασης. Διπλά εκτεθειμένη: και στη φωτιά, και στον λογαριασμό.

Καίγεται ο Νότος. Και τώρα έρχεται και ο λογαριασμός
«Δασική πυρκαγιά στην Ελλάδα, καλοκαίρι 2025. Η Μεσόγειος θερμαίνεται περίπου 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο.»

Το καλοκαίρι του 2025 η Ελλάδα έζησε μία από τις πιο ακραίες κλιματικές κρίσεις της δεκαετίας. Παρατεταμένος καύσωνας, λειψυδρία που έφερε περιορισμούς στο νερό, πυρκαγιές που έφτασαν ως τα προάστια, ένα δίκτυο ηλεκτρισμού στα όριά του. Δεν ήταν μεμονωμένο επεισόδιο. Η θερμοκρασία στη Μεσόγειο ανεβαίνει περίπου 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, και ο οίκος Scope υπολογίζει ότι το ετήσιο κόστος των δασικών πυρκαγιών για τη χώρα μπορεί να φτάσει τα 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2050. Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης.

σχετικά άρθρα

Και όμως, τη στιγμή ακριβώς που η κρίση χτυπά πιο δυνατά, η Ευρώπη κάνει πίσω. Στη σύνοδο κορυφής του περασμένου Οκτωβρίου, οι ηγέτες της ΕΕ αποδυνάμωσαν τον στόχο μείωσης εκπομπών για το 2040 και καθυστέρησαν κρίσιμα μέτρα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση; Γιατί η ήπειρος που καίγεται επιβραδύνει την πράσινη μετάβαση;

ΕΕ: Η κλιματική πολιτική, έπαψε να είναι ένα τεχνοκρατικό έργο συναίνεσης

Από τεχνικό έργο, πεδίο μάχης

Η απάντηση βρίσκεται σε μια αλλαγή που περιγράφει εύστοχα μια πρόσφατη ανάλυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων. Η κλιματική πολιτική, λέει, έπαψε να είναι ένα τεχνοκρατικό έργο συναίνεσης, όπως ήταν το 2019, και έγινε ένα ακατέργαστο πολιτικό πεδίο μάχης, φορτισμένο με ζητήματα ταυτότητας, τάξης, κυριαρχίας και κόστους ζωής.

Φταίει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νέα πολιτική»: μια εποχή μόνιμης αστάθειας, κατακερματισμού των κομμάτων και ανόδου του λαϊκισμού. Όταν η μέση διάρκεια ζωής μιας κυβέρνησης στην ΕΕ έχει πέσει κάτω από τα τέσσερα χρόνια, κανείς δεν θέλει να χρεωθεί ένα έργο που ζητά θυσίες σήμερα για οφέλη που θα φανούν σε μια δεκαετία. Έτσι, η ακροδεξιά βρήκε στην πράσινη μετάβαση τον ιδανικό στόχο: την παρουσιάζει ως μια επιβολή των Βρυξελλών και των ελίτ πάνω στους απλούς ανθρώπους.

Το παράδοξο, βέβαια, είναι ότι οι πολίτες δεν έχουν γυρίσει την πλάτη στο κλίμα. Αντίθετα, το 81% των Ευρωπαίων εξακολουθεί να στηρίζει την πράσινη μετάβαση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η βούληση. Είναι το κόστος, και κυρίως το ποιος το σηκώνει.

Η «καρδιά» του Νησιού των Ιπποτών δεν έχει πια πράσινο

Ο Νότος πληρώνει διπλά

Εδώ αρχίζει το δικό μας κεφάλαιο, αυτό που η συζήτηση στις βόρειες πρωτεύουσες συστηματικά αγνοεί. Γιατί όλη η ευρωπαϊκή κουβέντα για το κλίμα γράφεται με όρους Βερολίνου, Παρισιού και Βαρσοβίας: οι γερμανικές αντλίες θερμότητας, ο πολωνικός άνθρακας, οι Ολλανδοί αγρότες. Ο ευρωπαϊκός Νότος, και μέσα σε αυτόν η Ελλάδα, σχεδόν δεν υπάρχει στην ανάλυση. Κι όμως, ο Νότος είναι εκείνος που πληρώνει διπλά.

Πληρώνει, πρώτον, ως θύμα. Είναι η ζώνη των καυσώνων, των πυρκαγιών και της ξηρασίας. Η Ελλάδα κατατάσσεται 19η παγκοσμίως σε κίνδυνο λειψυδρίας, ο τουρισμός της, που φτάνει περίπου το 18% του ΑΕΠ, εκτίθεται άμεσα σε κάθε νέα πύρινη καταστροφή τύπου Ρόδου, και οι αγρότες της βλέπουν τις σοδειές να καίγονται από τη ζέστη. Για εμάς, η κλιματική κρίση δεν είναι μια αφηρημένη καμπύλη θερμοκρασίας. Είναι το χωράφι, το νερό, το δάσος.

Πληρώνει όμως, δεύτερον, και ως ασθενέστερος. Η Ελλάδα μπαίνει στη μετάβαση με υψηλή ενεργειακή φτώχεια: το 26,5% του πληθυσμού είναι ήδη ενεργειακά ευάλωτο και το 13,9% μεταφορικά ευάλωτο, πριν καν εφαρμοστούν τα νέα μέτρα. Παλαιό κτιριακό απόθεμα, μεγάλη εξάρτηση από το πετρέλαιο θέρμανσης και το αυτοκίνητο, χαμηλά εισοδήματα. Με δυο λόγια, μια κοινωνία που αντέχει λιγότερο το κόστος της αλλαγής από τις πλούσιες χώρες του Βορρά. Διπλά εκτεθειμένη, λοιπόν: και στη φωτιά, και στον λογαριασμό.

Η καυτή πατάτα λέγεται ETS2

Και ο λογαριασμός έρχεται σύντομα, με ένα όνομα που οι περισσότεροι δεν έχουν ακούσει ακόμη: ETS2. Από την 1η Ιανουαρίου 2027, με πιθανότητα αναβολής στο 2028 αν οι τιμές καυσίμων εκτιναχθούν, η ΕΕ επεκτείνει το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων στα κτίρια, τις οδικές μεταφορές και τις μικρές βιομηχανίες. Στα απλά ελληνικά: μπαίνει «τιμή άνθρακα» πάνω στη βενζίνη, στο πετρέλαιο θέρμανσης και στο φυσικό αέριο. Το κόστος φτάνει κατευθείαν στο ρεζερβουάρ και στο καλοριφέρ.

Για μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις δυσκολεύεται ήδη να ζεστάνει το σπίτι του, αυτό είναι πολιτικός δυναμίτης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις του ETS2 στα ευάλωτα νοικοκυριά της Ελλάδας θα κυμανθούν μεταξύ 833 εκατομμυρίων και 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2027-2032, ανάλογα με την τιμή του άνθρακα. Το αντίβαρο υπάρχει: το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, ύψους 5,3 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2026-2032, σχεδιάστηκε ακριβώς για να απορροφήσει το σοκ, στηρίζοντας 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά και 70.000 μικρές επιχειρήσεις, με ενισχυμένο επίδομα θέρμανσης, νέο «Εξοικονομώ» και επιδοτήσεις.

Το ερώτημα όμως παραμένει: θα φτάσει εγκαίρως, και θα φτάσει σε αυτούς που το χρειάζονται; Γιατί αν το ETS2 εφαρμοστεί άτσαλα, αν δηλαδή ο φόρος έρθει πριν προλάβει η στήριξη, τότε η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να φοβάται το δικό της κίνημα «κίτρινων γιλέκων». Η ιστορία το έδειξε ήδη στη Γαλλία του 2018: ένας πράσινος φόρος στα καύσιμα, που έπεσε πάνω στους πιο αδύναμους, άναψε φωτιά που έκαψε ολόκληρη την κυβέρνηση.

Η πολιτική παγίδα

Εδώ τα τρία νήματα δένουν σε ένα. Γιατί ακριβώς αυτό το μείγμα, κλιματική καταστροφή από τη μία και αυξανόμενο κόστος από την άλλη, είναι το ιδανικό καύσιμο για την ακροδεξιά. Το έχουμε ξαναγράψει: η δυσαρέσκεια από την οικονομική ανασφάλεια ψάχνει διέξοδο, και η ακροδεξιά σπεύδει να της δώσει έναν εχθρό. Στην προκειμένη, ο εχθρός είναι έτοιμος: οι «τεχνοκράτες των Βρυξελλών» που, λέει η αφήγηση, βάζουν φόρους στον φτωχό για να βάλει ο πλούσιος ηλιακά στη βίλα του.

Και η Ελλάδα δεν είναι απρόσβλητη. Το άθροισμα της ακροδεξιάς εκτινάχθηκε στο 16,64% στις ευρωεκλογές του 2024, με τρία κόμματα να εκλέγουν ευρωβουλευτές. Αν η πράσινη μετάβαση μετατραπεί, στο μυαλό του πολίτη, σε έναν ακόμη φόρο που έρχεται απ’ έξω και πέφτει στους από κάτω, το πολιτικό τίμημα θα είναι βαρύ, και θα το εισπράξουν όσοι την υπερασπίζονται.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Η μάχη για το κλίμα στην Ελλάδα δεν θα κριθεί στους στόχους εκπομπών. Θα κριθεί στο αν θα φανεί δίκαιη.

Η μετάβαση συμφέρει, αλλά μόνο αν είναι δίκαιη

Ας είμαστε ξεκάθαροι: η πράσινη μετάβαση είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, και μάλιστα περισσότερο από όσο των βόρειων εταίρων. Μια χώρα που πλημμυρίζει στον ήλιο και τον άνεμο, που ξοδεύει δισεκατομμύρια για εισαγωγή ορυκτών καυσίμων, που είδε στον πόλεμο του Ιράν πόσο επικίνδυνη είναι η ενεργειακή εξάρτηση, έχει κάθε λόγο να θέλει φθηνότερη, καθαρότερη, εγχώρια ενέργεια. Η ηλεκτροδότηση δεν είναι θυσία. Είναι ασφάλεια και ανεξαρτησία.

Όμως αυτό το επιχείρημα δεν θα ακουστεί αν ο πολίτης βλέπει μόνο τον λογαριασμό να ανεβαίνει. Γι’ αυτό η Ελλάδα οφείλει να κάνει τρία πράγματα. Πρώτον, να φροντίσει ώστε η στήριξη να προηγείται του κόστους, όχι να το ακολουθεί: το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο πρέπει να φτάσει στα ευάλωτα νοικοκυριά πριν τα χτυπήσει το ETS2, όχι μετά. Δεύτερον, να επιμείνει στις Βρυξέλλες ότι ο Νότος έχει διαφορετική σχέση κόστους και οφέλους από τον Βορρά, και χρειάζεται διαφορετική μεταχείριση. Και τρίτον, να πει την αλήθεια στους πολίτες: ότι το κόστος της αδράνειας, μετρημένο σε καμένα δάση και χαμένες σοδειές, είναι ήδη μεγαλύτερο από το κόστος της μετάβασης.

Ο Νότος καίγεται. Το λιγότερο που του αξίζει είναι να μην αναγκαστεί να πληρώσει και τον λογαριασμό μιας μετάβασης που σχεδιάστηκε χωρίς να τον ρωτήσει κανείς. Η Ευρώπη δεν θα κερδίσει τη μάχη για το κλίμα αν την παρουσιάζει ως τιμωρία. Θα την κερδίσει μόνο αν την κάνει δίκαιη, και αν θυμηθεί ότι η ήπειρος δεν τελειώνει στις Άλπεις.