Ο Όρμπαν έπεσε. Ο ορμπανισμός όχι
Στις 12 Απριλίου 2026 η Βουδαπέστη ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Το κεντροδεξιό Tisza του Πέτερ Μάγιαρ σάρωσε με 53,6% και 138 από τις 199 έδρες, έριξε το Fidesz στο 37,8% και τερμάτισε δεκαέξι χρόνια αδιάλειπτης διακυβέρνησης Όρμπαν. Η συμμετοχή άγγιξε το 80%, και ο νικητής εξασφάλισε πλειοψηφία δύο τρίτων αρκετή ακόμη και για να αλλάξει το Σύνταγμα. Ειδικότερα, στις Βρυξέλλες, πολλοί ανέπνευσαν με ανακούφιση.
Και όμως, πίσω από τη γιορτή κρύβεται ένα ψυχρό ερώτημα: όταν πέφτει ο άνθρωπος, πέφτει και το μοντέλο; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι όχι. Γιατί ο Όρμπαν δεν χάρισε στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά απλώς έναν ηγέτη. Της χάρισε μια μέθοδο και τη μέθοδο δεν τη νικάς σε μία κάλπη.
Η μέθοδος, όχι ο άνθρωπος
Ας ορίσουμε τι ακριβώς πέτυχε ο Όρμπαν. Από το 2010 και μετά, δεν κέρδιζε απλώς εκλογές· έχτιζε ένα σύστημα. Κατέλαβε σταδιακά τους θεσμούς, υπέταξε μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης, δημιούργησε μια πιστή οικονομική ελίτ γύρω από τα δημόσια συμβόλαια και τα κονδύλια της ΕΕ, και τοποθέτησε τον πολιτισμικό πόλεμο στο κέντρο της κρατικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, έδειξε κάτι που κανείς πριν δεν είχε αποδείξει: ότι ένα ανοιχτά αντιφιλελεύθερο σχέδιο μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα στην ΕΕ, και μάλιστα να τρέφεται από τα ίδια της τα λεφτά.
Αυτή ακριβώς η συνταγή ταξίδεψε. Όταν ηγέτες από τη Λεπέν ως τον Σαλβίνι και από τον Βίλντερς ως τον Φίτσο συσπειρώθηκαν στους «Πατριώτες για την Ευρώπη», δεν αντέγραφαν τον Όρμπαν τον άνθρωπο· αντέγραφαν τη μέθοδό του. Κι όταν η Μαρίν Λεπέν «αποδαιμονοποίησε» το κόμμα της, εφάρμοσε το δεύτερο μισό της ίδιας στρατηγικής: να γίνει η ακροδεξιά respectable.
Εδώ βρίσκεται η πιο διαρκής κληρονομιά αυτής της δεκαετίας η κανονικοποίηση. Οι σημερινοί εθνικιστές δεν φοράνε άρβυλα ούτε τατουάζ. Σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια, πέρασαν από νεολαίες κομμάτων, κυριαρχούν στους influencers. Έτσι, μετατόπισαν το όριο του «αποδεκτού» τόσο πολύ, ώστε θέσεις που πριν δεκαπέντε χρόνια θα προκαλούσαν κατακραυγή σήμερα ακούγονται καθημερινά στα δελτία. Μία εκλογή στη Βουδαπέστη δεν αναιρεί αυτή τη μετατόπιση.
Το πραγματικό καύσιμο: η ανισότητα
Ας πάμε όμως στο βαθύτερο σημείο, γιατί εκεί κρίνονται όλα. Η ακροδεξιά δεν μεγαλώνει στο κενό. Τρέφεται από ανθρώπους που πλήρωσαν ακριβά τις διαδοχικές κρίσεις και ένιωσαν ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός τους εγκατέλειψε. Σε αυτούς, και μόνο σε αυτούς, η ακροδεξιά φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά την οργή τους.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν την παίρνει· απλώς την ανακατευθύνει. Αντί να στρέψει τον θυμό προς τα πάνω προς εκείνους που συγκεντρώνουν τον πλούτο τον στρέφει προς τα κάτω και προς τα πλάγια: στους μετανάστες, στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, στις γυναίκες, στις ΜΚΟ, στα ανεξάρτητα μέσα. Με δυο λόγια, στρέφει τους ανθρώπους εναντίον όσων στέκονται ακριβώς δίπλα τους στην οικονομική κλίμακα, ποτέ εναντίον όσων στέκονται από πάνω.
Αυτό το καύσιμο, δυστυχώς, καίει πιο δυνατά από ποτέ. Όταν η μεσαία τάξη συμπιέζεται, όταν οι μισθοί δεν φτάνουν και το ενοίκιο τρώει τον προϋπολογισμό, η δυσαρέσκεια ψάχνει διέξοδο. Κι αν η δημοκρατική πολιτική δεν προσφέρει μια πειστική απάντηση, τη διέξοδο τη δίνει έτοιμη η ακροδεξιά με έναν εχθρό για κάθε πρόβλημα. Γι’ αυτό η πτώση του Όρμπαν αλλάζει το πρόσωπο, αλλά όχι τη μηχανή.
Η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση
Κανείς ας μην νομίζει ότι όλα αυτά συμβαίνουν κάπου αλλού. Η Ελλάδα ακολουθεί την ίδια τροχιά, και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό. Στις εθνικές εκλογές του 2023 το άθροισμα της ακροδεξιάς έφτασε το 12,82%, με τρεις διαφορετικούς σχηματισμούς: Σπαρτιάτες, Ελληνική Λύση, Νίκη. Έναν χρόνο μετά, στις ευρωεκλογές του 2024, το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 16,64%, και για πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία τρία ακροδεξιά κόμματα εξέλεξαν ταυτόχρονα ευρωβουλευτές: η Ελληνική Λύση με 9,3%, η Νίκη με 4,37% και η Φωνή Λογικής με 3,04%.
Το μοτίβο, επομένως, είναι πανομοιότυπο. Οι ίδιες οικονομικές πιέσεις, η ίδια κανονικοποίηση, η ίδια μετατόπιση του δημόσιου λόγου προς τα δεξιά. Όπως, και η ελληνική ακρίβεια που έχει κάνει τα φρέσκα τρόφιμα, το ενοίκιο και το ρεύμα καθημερινό άγχος λειτουργεί ακριβώς όπως η ανισότητα παντού: ως δεξαμενή θυμού που η ακροδεξιά σπεύδει να αξιοποιήσει. Όσο τα αίτια μένουν, τόσο η ζήτηση για «έναν εχθρό» θα παραμένει.
Τα Βαλκάνια και ο άξονας που μετατοπίζεται
Παράλληλα, η περιφέρεια γύρω μας μετράει τις δικές της ισορροπίες. Μετά την πτώση του Όρμπαν, πολλοί έστρεψαν το βλέμμα στον Ρόμπερτ Φίτσο της Σλοβακίας, έναν από τους λίγους Ευρωπαίους ηγέτες που ταξιδεύει τακτικά στη Μόσχα. Άλλοι κοιτούν προς την Πράγα και τον Αντρέι Μπάμπις. Όμως κανείς από αυτούς δεν διαθέτει το κύρος, τη σταθερότητα και τον μηχανισμό που είχε χτίσει ο Ούγγρος επί δεκαέξι χρόνια.
Για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, αυτή η ρευστότητα έχει σημασία. Η Βουδαπέστη δεν ήταν απλώς μια κυβέρνηση· ήταν ένας κόμβος με ινστιτούτα, συνέδρια και δίκτυα που εξήγαν αφηγήματα πολιτισμικού πολέμου σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Με τον κόμβο αυτό αποδυναμωμένο, ο ευρωπαϊκός εθνικισμός ψάχνει νέα στέγη. Και η περιοχή μας, με τις ανοιχτές της πληγές και τις οικονομικές της ανασφάλειες, παραμένει γόνιμο έδαφος.

Τι σημαίνει, τελικά, η πτώση του Όρμπαν
Ας μην υποτιμήσουμε το γεγονός. Η ήττα του Όρμπαν είναι πραγματικό πλήγμα, και συμβολικό και πρακτικό. Η ακροδεξιά έχασε τη μοναδική της απόδειξη ότι το μοντέλο «πιάνει» από το εσωτερικό ενός κράτους-μέλους. Έχασε έναν άμεσο δίαυλο προς τη Μόσχα και προς την Ουάσιγκτον του Τραμπ. Έχασε τα υπουργεία, τους διπλωματικούς διαύλους και το δημόσιο χρήμα που κανένα συνέδριο δεν αναπληρώνει.
Κι όμως, μία εκλογή δεν γκρεμίζει ένα σύστημα που χτίστηκε σε μια δεκαετία. Ο εθνικισμός δεν πέθανε στη Βουδαπέστη· απλώς έχασε τον πιο επιτυχημένο διαχειριστή του. Η συνταγή κυκλοφορεί ελεύθερη, η κανονικοποίηση παραμένει, και το οικονομικό καύσιμο αφθονεί.
Γι’ αυτό η σωστή απάντηση δεν είναι η χαιρεκακία. Είναι η αφαίρεση του καυσίμου. Όσο η δημοκρατική πολιτική αντιμετωπίζει την ακροδεξιά μόνο ως ηθικό πρόβλημα, και όχι ως σύμπτωμα μιας βαθιάς οικονομικής αδικίας, θα κερδίζει μάχες και θα χάνει τον πόλεμο. Η μόνη εναλλακτική που πραγματικά απειλεί τον ορμπανισμό είναι εκείνη που μιλά ειλικρινά στους ανθρώπους. Αυτούς που ένιωσαν προδομένοι μια πρόταση χειραφετητική, όχι αποκλειστική.
Τέλος, ο Όρμπαν έφυγε από το προσκήνιο. Ο ορμπανισμός, αντίθετα, θα φύγει μόνο όταν πάψουμε να του δίνουμε λόγους να υπάρχει.
