Ο τραπεζίτης που θα ηγηθεί των κατασκόπων: ο Κλέιτον, η Κίνα και το διατλαντικό ρήγμα
Ο υποψήφιος αρχηγός των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών κατέταξε την Κίνα πίσω από τη φαιντανύλη. Την ίδια στιγμή που η Ευρώπη την ανεβάζει σε κορυφαία απειλή.
Ο υποψήφιος διευθυντής των εθνικών πληροφοριών των ΗΠΑ κατέθεσε στη Γερουσία. Ο Τζέι Κλέιτον υποβάθμισε την Κίνα στην κλίμακα των απειλών. Συγκεκριμένα, την τοποθέτησε πίσω από την τρομοκρατία και τα ναρκωτικά. Μάλιστα, η στάση του προκάλεσε άμεση αντίδραση από γερουσιαστές. Ωστόσο, η πραγματική σημασία φαίνεται στη σύγκριση με την Ευρώπη. Έτσι, αποκαλύπτεται ένα βαθύ διατλαντικό ρήγμα προτεραιοτήτων.
Τι είπε στην ακρόαση
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε με μια απλή ερώτηση. Οι γερουσιαστές ζήτησαν τις τρεις κορυφαίες απειλές. Πρώτα, ο Κλέιτον ανέφερε την τρομοκρατία. Έπειτα, πρόσθεσε τη διακίνηση ναρκωτικών, τη φαιντανύλη και τα καρτέλ. Τελευταίους κατέταξε τους «παραδοσιακούς αντιπάλους», δηλαδή Ρωσία, Κίνα και Ιράν. Ωστόσο, η σειρά αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη. Γι’ αυτό η αίθουσα αντέδρασε έντονα.
Η αντίδραση των γερουσιαστών
Η κατάταξη προκάλεσε σχεδόν άμεση σύγκρουση. Ένας Δημοκρατικός γερουσιαστής πήρε τον λόγο. «Διαφωνώ κάθετα μαζί σας», δήλωσε ο Μαρκ Γουόρνερ. Κατά την άποψή του, η Κίνα και η Ρωσία υπερβαίνουν κατά πολύ τα ναρκωτικά ως απειλή. Απέναντι στην κριτική, ο Κλέιτον οπισθοχώρησε γρήγορα. Διευκρίνισε ότι δεν κατέταξε τις απειλές με συγκεκριμένη σειρά. Παρ’ όλα αυτά, η αμηχανία είχε ήδη καταγραφεί. Έτσι, φάνηκε μια διχογνωμία μέσα στην ίδια την Ουάσιγκτον.
Δύο σύμμαχοι, δύο λίστες
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό νόημα της υπόθεσης. Η αντίθεση με την Ευρώπη είναι εντυπωσιακή. Μόλις την προηγούμενη ημέρα, οι 27 υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ χαρακτήρισαν την Κίνα «αναθεωρητική δύναμη». Δηλαδή, την ανέβασαν σε κορυφαία στρατηγική πρόκληση. Αντιθέτως, ο υποψήφιος επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών την υποβάθμισε. Με άλλα λόγια, οι δύο σύμμαχοι διαβάζουν τον κόσμο διαφορετικά. Κατά συνέπεια, το διατλαντικό ρήγμα γίνεται ορατό στην ιεράρχηση των κινδύνων.
Ο τραπεζίτης στο τιμόνι
Το προφίλ του υποψηφίου εξηγεί πολλά από τη στάση του. Ο Κλέιτον δεν προέρχεται από τον κόσμο της κατασκοπείας. Αντιθέτως, διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επί πρώτης θητείας Τραμπ. Επιπλέον, εργάστηκε επί δεκαετίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Γι’ αυτόν τον λόγο, μίλησε για «οικονομική στρατηγική» απέναντι στην Κίνα. Μάλιστα, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ συνεργάζονται ακόμη οικονομικά με το Πεκίνο. Ωστόσο, η οικονομική ματιά διαφέρει από τη στρατιωτική. Έτσι, η προσέγγισή του κλίνει προς τη διαχείριση, όχι την αντιπαράθεση.
Ένα γνώριμο όνομα
Το όνομα του Κλέιτον έχει ήδη εμφανιστεί στη δική μας κάλυψη. Ο ρόλος του ξεπερνά την τρέχουσα ακρόαση. Ως εισαγγελέας στο Μανχάταν, εκείνος κλήτευσε δημοσιογράφους των New York Times. Παράλληλα, το γραφείο του άσκησε δίωξη κατά του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας, Μαδούρο. Επιπλέον, οι γερουσιαστές τον πίεσαν για τις κλητεύσεις αυτές. Ωστόσο, το ζήτημα της ελευθεροτυπίας παραμένει ανοιχτό. Κατά συνέπεια, ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται σε πολλά ευαίσθητα μέτωπα.
Όταν οι πληροφορίες γίνονται οικονομία
Η κατάθεση ανέδειξε και μια βαθύτερη τάση. Ο ίδιος ο ρόλος των υπηρεσιών αλλάζει. Ένας γερουσιαστής παρατήρησε κάτι κρίσιμο. Πολλές απειλές, είπε, είναι πλέον «οριζόντια ζητήματα τεχνολογίας και οικονομίας». Δηλαδή, ξεπερνούν την κλασική εστίαση σε στρατιωτικές δυνατότητες. Στην πράξη, ο πόλεμος των πληροφοριών μετατοπίζεται προς τα τσιπ και το εμπόριο. Ωστόσο, εκεί ακριβώς κολλά η εμπειρία του Κλέιτον. Έτσι, η οικονομική διάσταση αναβαθμίζεται στην εθνική ασφάλεια.
Το ερώτημα της ανεξαρτησίας
Πέρα από την Κίνα, οι γερουσιαστές έθεσαν ένα βαρύτερο ζήτημα. Αφορά την ανεξαρτησία των υπηρεσιών. Καταρχάς, τον πίεσαν για τους ισχυρισμούς Τραμπ περί νοθείας το 2020. Εκείνος απάντησε διφορούμενα, αλλά αναγνώρισε ότι ο Μπάιντεν πιστοποιήθηκε πρόεδρος. Ακόμη, δέχτηκε πίεση για τον αποχαρακτηρισμό στοιχείων για την προέλευση της Covid. Ωστόσο, το κεντρικό ερώτημα ήταν άλλο. Θα άντεχε τις πιέσεις να στραφούν οι υπηρεσίες κατά πολιτικών αντιπάλων; Γι’ αυτό η αξιοπιστία του θεσμού μπήκε στο επίκεντρο.
Η Ευρώπη μόνη;
Η διίσταση αυτή έχει άμεσες συνέπειες για την Ευρώπη. Το ερώτημα είναι πρακτικό, όχι θεωρητικό. Αν η Ουάσιγκτον υποβαθμίζει την Κίνα, η Ευρώπη μένει πιο εκτεθειμένη. Δηλαδή, καλείται να αντιμετωπίσει μόνη μια πρόκληση που η ίδια θεωρεί κορυφαία. Επιπλέον, ο συντονισμός με έναν σύμμαχο διαφορετικών προτεραιοτήτων δυσκολεύει. Ωστόσο, εδώ επανέρχεται το αίτημα της στρατηγικής αυτονομίας. Έτσι, η Ευρώπη σπρώχνεται να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις.
Το ελληνικό και ευρωπαϊκό διακύβευμα
Η υπόθεση αγγίζει έμμεσα και την Αθήνα. Το πλαίσιο είναι κυρίως ευρωπαϊκό. Πρώτον, η ασυμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ επηρεάζει τη συνολική δυτική στρατηγική. Δεύτερον, η Ελλάδα κινείται μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Μάλιστα, οι σχέσεις με την Κίνα, όπως στον Πειραιά, απαιτούν σταθερή γραμμή. Ωστόσο, μια διχασμένη Δύση δυσκολεύει κάθε εθνικό σχεδιασμό. Γι’ αυτό η συνοχή της συμμαχίας αφορά και τα ελληνικά συμφέροντα.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια αποκαλυπτική αντίθεση. Δύο σύμμαχοι βλέπουν τον ίδιο κόσμο με διαφορετικά μάτια. Από τη μία, η Ευρώπη ανεβάζει την Κίνα στην κορυφή των απειλών. Από την άλλη, η Ουάσιγκτον την τοποθετεί πιο χαμηλά. Ωστόσο, ο ίδιος ο υποψήφιος αύριο ίσως ηγηθεί δεκαοκτώ υπηρεσιών πληροφοριών. Γι’ αυτό η ιεράρχηση των απειλών δεν είναι λεπτομέρεια. Τελικά, όταν οι σύμμαχοι διαφωνούν για τον εχθρό, η κοινή στρατηγική γίνεται δυσκολότερη.

