Το χάσμα που έγινε ρωγμή: πώς η γερμανική υπεροπλία στρατιωτικών δαπανών ανησυχεί το Παρίσι
Η Γερμανία θα ξοδεύει σύντομα διπλάσια από τη Γαλλία για την άμυνά της. Ο αρχηγός του γαλλικού Γενικού Επιτελείου προειδοποίησε ανοιχτά για κίνδυνο «απόσπασης» — και το πρώτο ορατό θύμα έχει ήδη όνομα.
Η Γαλλία και η Γερμανία απομακρύνονται σταθερά στον τομέα της άμυνας. Ο αρχηγός του γαλλικού Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Φαμπιέν Μαντόν, το είπε ανοιχτά στη Γερουσία. Δηλαδή, χαρακτήρισε πιθανό ένα σενάριο «απόσπασης» ανάμεσα στους δύο στρατούς. Μάλιστα, η γερμανική αμυντική δαπάνη θα φτάσει σύντομα το διπλάσιο της γαλλικής. Ωστόσο, η προειδοποίηση αυτή δεν παραμένει θεωρητική· έχει ήδη ένα συγκεκριμένο, χειροπιαστό θύμα. Έτσι, η γαλλογερμανική «μηχανή» της ευρωπαϊκής άμυνας δείχνει σημάδια πραγματικής ρωγμής.
Η προειδοποίηση του στρατηγού Μαντόν
Ας δούμε πρώτα τα ίδια τα λόγια του Γάλλου στρατηγού. Ήρθαν με σαφήνεια σπάνια για τέτοιες ακροάσεις. Πρώτον, ερωτηθείς από γερουσιαστή τον Μάιο, ο Μαντόν απάντησε ότι «το decrochage είναι πιθανό». Δεύτερον, εξήγησε ότι αν η Γερμανία συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό, σε πέντε χρόνια «το επιχείρημα ότι διαθέτουμε επιχειρησιακή εμπειρία και μια συγκεκριμένη κουλτούρα δεν θα αντέχει πια». Μάλιστα, πρόσθεσε ότι «η πυρηνική αποτροπή αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής εξίσωσης άμυνας». Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη μεγαλύτερου διαλόγου ανάμεσα σε συμμάχους για τον αμυντικό σχεδιασμό. Ωστόσο, η ίδια η διατύπωσή του δείχνει ότι το ρίσκο θεωρείται πλέον τροχιά, όχι απλή υπόθεση εργασίας. Γι’ αυτό τα λόγια του απέκτησαν αμέσως ιδιαίτερη βαρύτητα στο Παρίσι.
Τα νούμερα πίσω από την ανησυχία
Η ανησυχία αυτή στηρίζεται σε πολύ συγκεκριμένα μεγέθη. Και η τάση είναι ξεκάθαρη. Καταρχάς, ο γερμανικός προϋπολογισμός Άμυνας για το 2026 φτάνει τα εκατόν οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ. Έπειτα, το ποσό αυτό συνδυάζει ογδόντα δύο δισεκατομμύρια τακτικό προϋπολογισμό και είκοσι πέντε δισεκατομμύρια από το ειδικό ταμείο εξοπλισμών. Μάλιστα, ο αντίστοιχος γαλλικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε μόλις πενήντα επτά δισεκατομμύρια. Επιπλέον, οι προβλέψεις για το 2029 δείχνουν γερμανική δαπάνη έως εκατόν εξήντα επτά δισεκατομμύρια, αύξηση εκατόν πενήντα τοις εκατό από το 2024. Ωστόσο, η αντίστοιχη γαλλική πρόβλεψη για το 2030 φτάνει μόλις τα εβδομήντα έξι δισεκατομμύρια. Γι’ αυτό το χάσμα δεν συρρικνώνεται, αλλά διευρύνεται σταθερά.
Μια δομική, όχι απλώς πολιτική, διαφορά
Το βάθος του χάσματος εξηγείται και από θεσμικούς λόγους. Δεν είναι απλώς ζήτημα βούλησης. Πρώτον, η γερμανική κυβέρνηση εξαίρεσε πλήρως τις αμυντικές δαπάνες από το συνταγματικό «φρένο χρέους» της χώρας. Δεύτερον, η απόφαση αυτή δόθηκε από τον καγκελάριο Μερτς τον Μάρτιο του 2025. Μάλιστα, αυτό επέτρεψε άνευ προηγουμένου ετήσια αύξηση του τακτικού προϋπολογισμού Άμυνας. Επιπλέον, η γαλλική αύξηση δαπανών βασίζεται αντίθετα σε πολιτικά επικίνδυνες περικοπές σε συντάξεις και υγεία. Ωστόσο, μετά το 2027 η γαλλική ανοδική τάση αναμένεται να επιπεδωθεί εντελώς. Γι’ αυτό η ασυμμετρία δεν είναι απλώς οικονομική, αλλά και θεσμική.
Η γερμανική φιλοδοξία
Η στρατηγική στόχευση του Βερολίνου, εξάλλου, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Είναι ρητή και επίσημη. Καταρχήν, ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους έχει επαναλάβει επί μήνες τον ίδιο στόχο. Ακολούθως, θέλει η Bundeswehr να γίνει «ο ισχυρότερος συμβατικός στρατός της Ευρώπης». Μάλιστα, η φράση αυτή αποτελεί πλέον επίσημο δόγμα, όχι απλή πολιτική ρητορική. Επιπλέον, ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει δέκα χιλιάδες νέους στρατιώτες και δύο χιλιάδες πολιτικές θέσεις. Ωστόσο, η ίδια η Γερμανία παραδέχεται δυσκολίες απορρόφησης τόσο μεγάλης χρηματοδότησης λόγω γραφειοκρατικών εμποδίων. Γι’ αυτο η φιλοδοξία παραμένει προς το παρόν ταχύτερη από την πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.
Το μαχητικό που δεν χτίστηκε ποτέ
Η πιο εύγλωττη απόδειξη της απόστασης, όμως, έχει ήδη συγκεκριμένο όνομα. Και αφορά ένα εμβληματικό πρόγραμμα. Καταρχάς, το κοινό μαχητικό έκτης γενιάς FCAS, αξίας εκατό δισεκατομμυρίων ευρώ, σχεδιαζόταν από Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία. Έπειτα, το πρόγραμμα προσέκρουσε σε βαθιά διαφωνία ανάμεσα στη γαλλική Dassault και τη πολυενθική Airbus για την ηγεσία του. Μάλιστα, η Γαλλία απαιτούσε αεροσκάφος ικανό για πυρηνικό φορτίο και χρήση σε αεροπλανοφόρο, ενώ η Γερμανία δεν είχε τέτοια ανάγκη. Επιπλέον, προσπάθεια διαμεσολάβησης μετά από δείπνο Μακρόν-Μερτς κατέρρευσε τελικά τον Απρίλιο του 2026. Ωστόσο, η Γερμανία υιοθέτησε αμέσως μετά νέα εθνική αεροπορική στρατηγική, απαιτώντας ρητά συνηγεσία της Airbus σε κάθε μελλοντικό πρόγραμμα μαχητικού. Γι’ αυτο το «μονόδρομο» της Γερμανίας δεν παραμένει πια υπόθεση, αλλά επίσημη πολιτική θέση.
Τι έμεινε από τη συμφωνία
Το πρόγραμμα δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς, αλλά συρρικνώθηκε δραστικά. Ένα μόνο κομμάτι επιβιώνει. Πρώτον, οι δύο χώρες αποφάσισαν να συνεχίσουν από κοινού μόνο το λεγόμενο «σύστημα συστημάτων», δηλαδή τη ψηφιακή αρχιτεκτονική διασύνδεσης. Δεύτερον, η κατανομή αρμοδιοτήτων γι’ αυτό ακριβώς το κομμάτι συζητήθηκε στο τελευταίο Συμβούλιο Άμυνας των δύο χωρών, στις δεκαεπτά Ιουλίου. Μάλιστα, στη συνάντηση αυτή ο Εμανουέλ Μακρόν και ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιχείρησαν να συγκλίνουν έστω λεκτικά τις στρατηγικές τους. Επιπλέον, η Ισπανία, τρίτος εταίρος του προγράμματος, εξέφρασε αυξανόμενη απογοήτευση για το αδιέξοδο. Ωστόσο, το Μαδρίτη είχε ήδη προχωρήσει σε χρηματοδότηση δικής της εθνικής μελέτης εναλλακτικού μαχητικού. Γι’ αυτο η κατάρρευση του FCAS λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα για ολόκληρη την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Η άλλη πλευρά: η γερμανική ανάγκη
Δίκαιο είναι, ωστόσο, να αποδοθεί πλήρως και η γερμανική οπτική. Δεν πρόκειται για αδικαιολόγητη επιθετικότητα. Καταρχάς, το Βερολίνο ξεκίνησε τη λεγόμενη «Zeitenwende» αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Έπειτα, επί δεκαετίες θεωρούνταν ο «λαθρεπιβάτης» της ευρωπαϊκής άμυνας, εξαρτημένος σχεδόν αποκλειστικά από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, η ίδια η Γαλλία παραδεχόταν παλαιότερα τις σοβαρές οργανωτικές αδυναμίες της Bundeswehr. Επιπλέον, στο Παρίσι αναγνωρίζεται ότι «έχουμε επικρίνει τόσο πολύ που δεν μπορούμε παρά να χαιρόμαστε» για τη γερμανική στροφή. Ωστόσο, η ίδια αυτή στροφή, όσο θεμιτή κι αν είναι, αλλάζει πλέον τη σχετική ισορροπία ισχύος ανάμεσα στους δύο εταίρους. Γι’ αυτο η γερμανική ανάκαμψη δεν μπορεί να κριθεί μόνο θετικά ή μόνο αρνητικά.
Τι σημαίνει για την Ευρώπη
Η υπόθεση αυτή ξεπερνά κατά πολύ μια διμερή αντιπαράθεση προϋπολογισμών. Αγγίζει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Πρώτον, ο γαλλογερμανικός άξονας αποτελούσε επί δεκαετίες τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας. Δεύτερον, μια Γερμανία με σαφή στρατιωτική υπεροχή αλλάζει αναπόφευκτα τη διαπραγματευτική ισορροπία μέσα στην Ένωση. Μάλιστα, το ίδιο διάστημα οι ΗΠΑ εξετάζουν μείωση της δικής τους στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Επιπλέον, αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο το βάρος που καλούνται να μοιραστούν Παρίσι και Βερολίνο. Ωστόσο, η αδυναμία τους να συμφωνήσουν ούτε καν σε ένα κοινό μαχητικό αεροσκάφος δείχνει πόσο δύσκολος παραμένει ο συντονισμός. Γι’ αυτο η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να είναι ισχυρότερη.
Το ελληνικό διακύβευμα
Και τώρα η οπτική που αφορά έμμεσα εμάς. Η ευρωπαϊκή αμυντική ενότητα δεν είναι αδιάφορη για την Αθήνα. Πρώτον, η Ελλάδα στηρίζει σταθερά την ιδέα ισχυρότερης ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης. Δεύτερον, μια αποδυναμωμένη γαλλογερμανική συνεργασία επιβραδύνει κάθε τέτοια προοπτική. Μάλιστα, η Ελλάδα διατηρεί στενούς αμυντικούς δεσμούς και με τις δύο χώρες, μέσω προγραμμάτων εξοπλισμών. Επιπλέον, μια πιθανή κατακερματισμένη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία περιορίζει τις επιλογές και για μικρότερα κράτη-μέλη. Ωστόσο, η ελληνική στρατηγική αυτονομία εξαρτάται λιγότερο άμεσα από την έκβαση συγκεκριμένων γαλλογερμανικών προγραμμάτων. Γι’ αυτο παρακολουθούμε την εξέλιξη κυρίως ως δείκτη της συνολικής ευρωπαϊκής συνοχής.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια εικόνα με σαφή, αν και ανησυχητικά, περιγράμματα. Δύο σύμμαχοι, ένα διευρυνόμενο χάσμα, ένα σπασμένο πρόγραμμα. Πρώτον, η γερμανική στρατιωτική άνοδος είναι πραγματική και, εν μέρει, ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, η ταχύτητά της αλλάζει την ισορροπία με τρόπο που ανησυχεί ανοιχτά το Παρίσι. Μάλιστα, η κατάρρευση του κοινού μαχητικού αποδεικνύει ότι η ρωγμή δεν είναι πλέον θεωρητική. Γι’ αυτο η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν η Ευρώπη μπορεί να χτίσει άμυνα με δύο διαφορετικές ταχύτητες. Τελικά, στην καρδιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι μαθαίνουν πόσο δύσκολο είναι να βαδίζουν στο ίδιο βήμα.

