Από το 75% στο μηδέν: πώς η Ευρώπη παρέδωσε στην Κίνα τα αντιβιοτικά της — και το πληρώνει στα ράφια
Το 1992 οι ευρωπαϊκές μονάδες κάλυπταν τα τρία τέταρτα των αμερικανικών εισαγωγών σε δραστικές ουσίες αντιβιοτικών. Σήμερα την ίδια θέση κρατά η Κίνα — και η Ευρώπη ανακαλύπτει το κόστος.
Η Δύση ανακαλύπτει μια νέα, βαθιά εξάρτηση από την Κίνα. Αυτή τη φορά αφορά τα ίδια τα συστατικά των φαρμάκων. Δηλαδή, τις χημικές ουσίες που δίνουν στα χάπια τη θεραπευτική τους δράση. Μάλιστα, η Κίνα καλύπτει πλέον το 40% της παγκόσμιας παραγωγής τους. Ωστόσο, την ίδια θέση κρατούσε πριν από τριάντα χρόνια η Ευρώπη. Έτσι, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το Πεκίνο, αλλά και τις δικές μας επιλογές.
Η αντιστροφή τριάντα ετών
Ας ξεκινήσουμε από τη διαδρομή που οδήγησε εδώ. Τα στοιχεία μιλούν καθαρά. Πρώτον, το 1992 οι ευρωπαϊκές μονάδες κάλυπταν το 75% των αμερικανικών εισαγωγών σε δραστικές ουσίες αντιβιοτικών. Δεύτερον, το 2024 η Κίνα είχε φτάσει στο 70% της ίδιας αγοράς. Μάλιστα, η μετατόπιση δεν έγινε ξαφνικά, αλλά σταδιακά και αθόρυβα. Επιπλέον, καμία κρίση δεν την πυροδότησε — μόνο η λογική του κόστους. Ωστόσο, η Ευρώπη ανακαλύπτει τώρα τι παρέδωσε. Γι’ αυτό η ιστορία αυτή αφορά πρώτα εμάς και μετά το Πεκίνο.
Τα νούμερα της εξάρτησης
Η σημερινή εικόνα προκαλεί ανησυχία στις δυτικές πρωτεύουσες. Και τα μεγέθη εξηγούν γιατί. Καταρχάς, η Κίνα προμηθεύει το 40% των δραστικών ουσιών παγκοσμίως. Έπειτα, καλύπτει αποκλειστικά το 41% των βασικών πρώτων υλών για φάρμακα εγκεκριμένα στις ΗΠΑ. Μάλιστα, σε ένα στα δέκα κρίσιμα συστατικά το μερίδιό της ξεπερνά το 99%. Επιπλέον, ελέγχει σχεδόν πλήρως τις ουσίες για ορισμένες κατηγορίες αντιβιοτικών. Ωστόσο, οι εξαγωγές της σε δραστικές και ενδιάμεσα διπλασιάστηκαν σχεδόν από το 2016. Γι’ αυτό αναλυτές μιλούν για ένα νέο «σημείο πνιγμού».
Οι σπάνιες γαίες της υγείας
Η σύγκριση που κυριαρχεί στην Ουάσιγκτον είναι σαφής. Και προέρχεται από σοβαρά επιτελεία. Πρώτον, το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων προειδοποίησε για απειλή ισοδύναμη με εκείνη των σπάνιων γαιών. Δεύτερον, υπενθύμισε πόσο ισχυρό μοχλό έδωσαν στο Πεκίνο τα ορυκτά αυτά στην εμπορική διαμάχη. Μάλιστα, το Ατλαντικό Συμβούλιο κάλεσε ΗΠΑ, ΕΕ, Ινδία και Μεξικό σε κοινή στρατηγική. Επιπλέον, οι εκκλήσεις για ανθεκτικές αλυσίδες πληθαίνουν από την πανδημία και μετά. Ωστόσο, οι εκκλήσεις δεν έχουν αλλάξει ακόμη την πραγματικότητα. Γι’ αυτό η συζήτηση παραμένει προς το παρόν θεωρητική.
Γιατί έφυγε η Ευρώπη
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, αφορά την αιτία της υποχώρησης. Και η απάντηση δεν κολακεύει. Καταρχήν, η παραγωγή δραστικών ουσιών έχει χαμηλά περιθώρια κέρδους. Ακολούθως, απαιτεί βαριά χημική βιομηχανία με σοβαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Μάλιστα, οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες ανέβασαν το κόστος για τους παραγωγούς. Επιπλέον, οι κινεζικές τιμές κινούνται αισθητά χαμηλότερα από τις δυτικές. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές εταιρείες προτίμησαν την εξωτερική ανάθεση από την επένδυση. Γι’ αυτό η εξάρτηση δεν προέκυψε από επίθεση, αλλά από αποχώρηση.
Το κόστος στα ράφια
Οι συνέπειες, πάντως, έχουν φτάσει ήδη στα φαρμακεία. Τις ζούμε κάθε χειμώνα. Πρώτον, οι ελλείψεις σε αντιβιοτικά και παιδικά σκευάσματα επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια. Δεύτερον, μια διαταραχή σε ένα μόνο εργοστάσιο αδειάζει ράφια σε ολόκληρη την ήπειρο. Μάλιστα, η συγκέντρωση της παραγωγής μεγεθύνει κάθε τοπικό πρόβλημα. Επιπλέον, τα κράτη ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις ίδιες παρτίδες. Ωστόσο, οι ασθενείς πληρώνουν πρώτοι το τίμημα της καθυστέρησης. Γι’ αυτό το ζήτημα άφησε τα γραφεία και μπήκε στην καθημερινότητα.
Η άλλη ανάγνωση
Δίκαιο είναι να ακουστεί και η αντίθετη άποψη. Δεν βλέπουν όλοι απειλή. Καταρχάς, αναλυτές τονίζουν ότι η εξάρτηση λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Έπειτα, η κινεζική βιομηχανία χρειάζεται τις δυτικές αγορές όσο και το αντίστροφο. Πράγματι, ειδικός σχολίασε ότι «καμία πλευρά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την άλλη». Ειδικότερα, οι κινεζικές μονάδες τηρούν προδιαγραφές των αμερικανικών και ευρωπαϊκών αρχών. Παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα αποσύνδεσης προκαλούν συνήθως αντίμετρα και παρακάμψεις. Έτσι, η εικόνα δεν είναι μονόπλευρος εκβιασμός, αλλά αμοιβαία εμπλοκή.
Η ψευδαίσθηση της εναλλακτικής
Η προφανής λύση φαίνεται η στροφή στην Ινδία. Το πρόβλημα κρύβεται πιο βαθιά. Πρώτον, η Ινδία παράγει όντως τα περισσότερα γενόσημα φάρμακα του κόσμου. Δεύτερον, όμως, εισάγει γύρω στο 70% των δικών της δραστικών ουσιών από την Κίνα. Μάλιστα, για δεκάδες κρίσιμα σκευάσματα η ινδική εξάρτηση αγγίζει το σύνολο. Επιπλέον, η στρατηγική «Κίνα συν ένας» αφήνει την Κίνα στη βάση της πυραμίδας. Ωστόσο, οι δασμοί χωρίς εναλλακτικό παραγωγό ανεβάζουν απλώς τις τιμές. Γι’ αυτό η μετακόμιση μιας ολόκληρης βιομηχανίας απαιτεί χρόνια, όχι εξαγγελίες.
Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη
Η ήπειρος διαθέτει ωστόσο εργαλεία, αν τα χρησιμοποιήσει. Το ζήτημα είναι πολιτικό. Καταρχήν, η ΕΕ προωθεί νομοθετική πρωτοβουλία για τα κρίσιμα φάρμακα. Ακολούθως, εξετάζει κίνητρα για επαναφορά παραγωγής και κοινές προμήθειες. Μάλιστα, η αποθεματοποίηση βασικών ουσιών προσφέρει άμεση, αν και μερική, ασφάλεια. Επιπλέον, συμφωνίες με αξιόπιστους εταίρους διευρύνουν τις πηγές εφοδιασμού. Ωστόσο, κάθε επιστροφή παραγωγής απαιτεί επενδύσεις και ανοχή στο κόστος. Γι’ αυτό η στρατηγική αυτονομία στην υγεία έχει τιμή που κάποιος πρέπει να πληρώσει.
Το ελληνικό διακύβευμα
Και τώρα η οπτική που αφορά άμεσα τη χώρα μας. Η Ελλάδα έχει διπλό ενδιαφέρον. Πρώτον, διαθέτει αξιόλογη βιομηχανία γενοσήμων με εξαγωγική δραστηριότητα. Δεύτερον, η βιομηχανία αυτή προμηθεύεται δραστικές ουσίες από τις ίδιες παγκόσμιες αλυσίδες. Μάλιστα, οι ελλείψεις φαρμάκων απασχολούν τακτικά τα ελληνικά φαρμακεία. Επιπλέον, η χώρα συμμετέχει στις ευρωπαϊκές συζητήσεις για κοινές προμήθειες. Ωστόσο, μια μικρή αγορά έχει μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη μόνη της. Γι’ αυτο η ευρωπαϊκή συλλογική λύση συμφέρει ιδιαίτερα την Αθήνα.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια εικόνα με δυσάρεστη σαφήνεια. Η εξάρτηση δεν ήρθε από το πουθενά. Πρώτον, η Ευρώπη εγκατέλειψε μόνη της μια στρατηγική βιομηχανία για λόγους κόστους. Ωστόσο, η Κίνα απλώς κάλυψε το κενό που εκείνη άφησε. Μάλιστα, η επιστροφή κοστίζει πολλαπλάσια από την αποχώρηση. Γι’ αυτο το δίδαγμα ξεπερνά τα φάρμακα και αφορά κάθε κρίσιμη υποδομή. Τελικά, η αυτονομία δεν χάνεται με μια απόφαση — χάνεται με χίλιες μικρές, που κανείς δεν πρόσεξε.

