Η Αμερική γύρισε το όπλο προς την Ευρώπη
Για πρώτη φορά εδώ και ογδόντα χρόνια, η μεγαλύτερη δύναμη της Δύσης δεν παρακολουθεί απλώς το «κύμα» του λαϊκισμού το κατευθύνει, και το στρέφει συνειδητά προς την Ευρώπη.
Για χρόνια συνηθίσαμε να διαβάζουμε την πολιτική του 21ου αιώνα σαν μετεωρολογικό δελτίο. Ένα «κύμα» λαϊκισμού σηκώνεται, σαρώνει τη Δύση, και μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση ρωτάμε αγωνιωδώς αν το κύμα ανεβαίνει ή υποχωρεί. Είναι μια εικόνα βολική, δραματική και σχεδόν εντελώς άχρηστη. Γιατί δεν μας λέει το πιο σημαντικό πράγμα που άλλαξε από το 2025: για πρώτη φορά, η μεγαλύτερη δύναμη της Δύσης δεν παρακολουθεί απλώς το κύμα. Το κατευθύνει. Και το στρέφει συνειδητά προς την Ευρώπη.

Αυτή η μετατόπιση συμπυκνώθηκε σε ένα κείμενο. Τον Δεκέμβριο του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ δημοσίευσε τη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας ένα έγγραφο που υποτίθεται ότι είναι τεχνοκρατικό και διαδικαστικό. Αντ’ αυτού, διαβάζεται σαν ιδεολογικό μανιφέστο. Η λέξη «Ευρώπη» εμφανίζεται σε αυτό 48 φορές, κι όχι για να επιβεβαιώσει τη συμμαχία. Το έγγραφο κατονομάζει τα «πατριωτικά ευρωπαϊκά κόμματα» το γαλλικό Εθνικό Συναγερμό, το βρετανικό Reform, τη γερμανική AfD ως τους πραγματικούς συμμάχους της Αμερικής στην Ευρώπη, ενώ θέτει ως στόχο την «καλλιέργεια αντίστασης στη σημερινή τροχιά της Ευρώπης». Με απλά λόγια: η Ουάσιγκτον δηλώνει ανοιχτά ότι θέλει να αλλάξει το πολιτικό καθεστώς των συμμάχων της εκ των έσω.
Από τον θεατή στον παίκτη
Επί δεκαετίες μιλάμε για έναν «διεθνισμό των εθνικιστών» μια αντίφαση που λειτουργεί, επειδή οι ακροδεξιοί όλου του κόσμου δανείζονται ρητορική, εχθρούς και τακτικές ο ένας από τον άλλον. Όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Γιαν-Βέρνερ Μύλερ, η κοινή «γνώση» για το πώς εδραιώνεται μια λαϊκιστική κυριαρχία ταξιδεύει εδώ και καιρό πέρα από τον Ατλαντικό: η υπεράσπιση του «δυτικού πολιτισμού», η αποκατάσταση της παραδοσιακής ηθικής, οι ίδιοι εχθροί, η ίδια κλισέ συζήτηση για τις «φιλελεύθερες ελίτ». Τίποτα από αυτά δεν είναι δύσκολο να αντιγραφεί.
Αυτό που άλλαξε δεν είναι η αντιγραφή ιδεών· είναι η κατεύθυνση της εξουσίας. Στο παρελθόν, ένας Βίκτορ Όρμπαν ή ένας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπρεπε να λογαριάζει το διεθνές πλαίσιο, τους θεσμούς, ακόμη και τη διεθνή κοινή γνώμη. Η Ουγγαρία υπερασπιζόταν πάντα τον εαυτό της απέναντι στις Βρυξέλλες με το επιχείρημα «ό,τι κάνουμε είναι νόμιμο» αυτό που σήμερα ονομάζεται «αυταρχικός νομικισμός»: τηρείς τον τύπο του νόμου ενώ παραβιάζεις το πνεύμα του, ανακατασκευάζοντας το σύστημα ώστε να παγιώσει τη δική σου κυριαρχία. Οι ΗΠΑ δεν έχουν τέτοιους περιορισμούς. Είναι αρκετά ισχυρές ώστε να μη χρειάζεται να προσποιούνται.

Η στιγμή που η μάσκα έπεσε δημόσια ήταν τον Φεβρουάριο του 2025, στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ανέβηκε στο βήμα μπροστά σε Ευρωπαίους ηγέτες και, αντί να μιλήσει για τη Ρωσία ή την Κίνα, τους είπε ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Ευρώπη δεν είναι κανένας εξωτερικός παράγοντας αλλά κάτι «από μέσα». Κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες για λογοκρισία, για καταστολή της ελευθερίας του λόγου, και επιτέθηκε ευθέως στο γερμανικό «τείχος προστασίας» τη συναινετική άρνηση των δημοκρατικών κομμάτων να συνεργαστούν με την AfD. «Αν τρέχετε φοβισμένοι από τους ίδιους σας τους ψηφοφόρους, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να κάνει η Αμερική για εσάς», τους είπε. Η αίθουσα τον υποδέχτηκε με αραιό χειροκρότημα και παγωμένη σιωπή.
Δεν ήταν μια μεμονωμένη γκάφα. Ήταν το προοίμιο. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Δεκεμβρίου ήταν, ουσιαστικά, η ομιλία του Βανς στο Μόναχο σε γραπτή μορφή.
Το εγχειρίδιο του Όρμπαν, εκδοχή Ουάσιγκτον
Όσοι παρακολουθούν την Κεντρική Ευρώπη αναγνώρισαν αμέσως τα βήματα. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ο Όρμπαν στην Ουγγαρία και ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι στην Πολωνία, όταν επέστρεψαν στην εξουσία καλύτερα προετοιμασμένοι, ήταν να χτυπήσουν τα δικαστήρια και έπειτα τους θεσμούς γνώσης δημοσιογράφους και πανεπιστήμια. Η δεύτερη θητεία Τραμπ ακολούθησε το ίδιο μοτίβο με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Ο στόχος των πανεπιστημίων δεν ήταν συμβολικός. Στις 7 Μαρτίου 2025 η κυβέρνηση έκοψε 400 εκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακής χρηματοδότησης από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια· τρεις εβδομάδες αργότερα έθεσε υπό «επανεξέταση» 8,7 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις προς το Χάρβαρντ. Οι απαιτήσεις περιλάμβαναν τον περιορισμό της εξουσίας του διδακτικού προσωπικού, τον έλεγχο της «ποικιλομορφίας απόψεων», την κοινοποίηση δεδομένων για προσλήψεις και εισαγωγές — δηλαδή κρατικό έλεγχο στο τι διδάσκει και ποιον προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Το Κολούμπια υπέκυψε και συμφώνησε να καταβάλει 221 εκατομμύρια δολάρια· το Χάρβαρντ αρνήθηκε και προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι, στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ιστορία: ο εκφοβισμός λειτουργεί όταν οι θεσμοί διστάζουν, και αποτυγχάνει όταν αντιστέκονται.
Εδώ όμως υπάρχει μια κρίσιμη υποκρισία που η Ευρώπη δεν πρέπει να αφήσει να περάσει. Η ίδια κυβέρνηση που κηρύσσει σταυροφορία υπέρ της «ελευθερίας του λόγου» στην Ευρώπη, διεξάγει στο σπίτι της μια πρωτοφανή καταστολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η ρητορική του MAGA για τις ελευθερίες των Ευρωπαίων είναι τόσο προφανώς επιλεκτική, τόσο καθαρά στην υπηρεσία μιας ατζέντας εξουσίας, που μπορεί με ασφάλεια να αγνοηθεί ως επιχείρημα — και να αντιμετωπιστεί ως αυτό που είναι: μοχλός πίεσης.
Όταν τα συμφέροντα συναντούν την ιδεολογία
Γιατί όμως η «εθνικιστική διεθνής» περνά ξαφνικά από τα λόγια στις πράξεις; Η απάντηση του Μύλερ είναι διαφωτιστική: ο διεθνισμός των εθνικιστών ενεργοποιείται πραγματικά όταν διακυβεύονται σαφή υλικά συμφέροντα.
Η Βραζιλία είναι το καθαρότερο παράδειγμα. Άλλο πράγμα ήταν να διαμαρτύρεται ο Τραμπ ότι ο σύμμαχός του Ζαΐχ Μπολσονάρου αντιμετωπίζεται άδικα. Εντελώς άλλο όταν το βραζιλιάνικο Ανώτατο Δικαστήριο τόλμησε να αγγίξει μια αμερικανική τεχνολογική εταιρεία: ο δικαστής Αλεσάντρε ντε Μοράες διέταξε τη διακοπή λειτουργίας του X του Έλον Μασκ στη Βραζιλία για περίπου πέντε εβδομάδες το φθινόπωρο του 2024. Η αντίδραση ήρθε αργότερα, κλιμακωτή και βάναυση. Τον Ιούλιο του 2025 ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 50% στα βραζιλιάνικα προϊόντα, συνδέοντάς τους ρητά με τη δίκη Μπολσονάρου, και το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών επέβαλε κυρώσεις στον ίδιο τον δικαστή Μοράες. Λίγο πριν, τον Σεπτέμβριο του 2025, το βραζιλιάνικο δικαστήριο είχε καταδικάσει τον Μπολσονάρου σε 27 χρόνια φυλάκισης για απόπειρα πραξικοπήματος. Η Αμερική, με άλλα λόγια, μετέτρεψε το εμπόριο και τις κυρώσεις σε εργαλεία πίεσης πάνω στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη μιας τρίτης χώρας.
Η Ευρώπη οφείλει να σημειώσει το μοτίβο, γιατί η ίδια λογική την αφορά άμεσα. Η επίμονη ροή ισχυρισμών ότι οι Ευρωπαίοι «εγκαταλείπουν τον δυτικό πολιτισμό» επειδή δήθεν δεν πιστεύουν πια στην ελευθερία του λόγου, είναι εν μέρει κάτι πολύ πιο πεζό: αντίσταση στη ρυθμιστική εξουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ό,τι μπορεί να κάνει η ΕΕ σε εταιρείες ακόμη και αυτού του μεγέθους. Όταν η Ευρώπη ρυθμίζει τις πλατφόρμες, δεν αμφισβητεί μια αφηρημένη αρχή· αγγίζει πορτοφόλια. Κι εκεί ακριβώς η ιδεολογική σταυροφορία αποκτά μυς.
Γιατί το «κύμα» σκάει στα βράχια
Και όμως κι εδώ βρίσκεται η πιο παρηγορητική είδηση για όποιον ανησυχεί η αμερικανική παρέμβαση στην Ευρώπη αποδεικνύεται συχνά μπούμερανγκ.
Στις γερμανικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025, ο Μασκ φιλοξένησε ζωντανή συζήτηση με την επικεφαλής της AfD και εμφανίστηκε με βιντεοσύνδεση σε προεκλογική συγκέντρωση, ενώ ο Βανς συναντήθηκε μαζί της στο Μόναχο. Η εντυπωσιακή αμερικανική στήριξη δεν φάνηκε να ενισχύει την AfD πέρα από το αναμενόμενο: το κόμμα κατέκτησε τη δεύτερη θέση με περίπου 20,8%, διπλασιάζοντας το ποσοστό του 2021, αλλά παρέμεινε κλειδωμένο εκτός εξουσίας από το «τείχος προστασίας» των υπόλοιπων κομμάτων. Λίγους μήνες μετά, όταν η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών χαρακτήρισε την AfD «εξτρεμιστική», ο χαρακτηρισμός ανεστάλη γρήγορα έπειτα από αντιδράσεις της κυβέρνησης Τραμπ και του Μασκ μια εντυπωσιακή εικόνα ξένης κυβέρνησης που υπερασπίζεται ανοιχτά ένα εγχώριο εξτρεμιστικό κόμμα.
Ο Καναδάς προσφέρει το πιο εντυπωσιακό μάθημα. Μήνες πριν, οι Συντηρητικοί του Πιερ Πουαλιέβρ προηγούνταν με πάνω από 20 μονάδες. Οι επανειλημμένες απειλές του Τραμπ να προσαρτήσει τον Καναδά και οι σαρωτικοί δασμοί κυριάρχησαν στην προεκλογική εκστρατεία και ανέτρεψαν την κούρσα· οι Φιλελεύθεροι κέρδισαν τέταρτη θητεία με τον Μαρκ Κάρνεϊ, και ο ίδιος ο Πουαλιέβρ έχασε ακόμη και την έδρα του στο κοινοβούλιο. Η εγγύτητα με τον Τραμπ, αντί για περιουσιακό στοιχείο, αποδείχθηκε βαρίδι.
Το ίδιο μάθημα ισχύει σε όλη την Ευρώπη. Όταν η Μαρίν Λεπέν καταδικάστηκε τον Μάρτιο του 2025 για υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ και απαγορεύτηκε η υποψηφιότητά της για πέντε χρόνια, ο Όρμπαν έσπευσε να γράψει στα γαλλικά «Je suis Marine», και ηγέτες της ακροδεξιάς από τον Βίλντερς ως τον Σαλβίνι συσπειρώθηκαν γύρω της, ενώ ο Μασκ προέβλεψε ότι η καταδίκη «θα γυρίσει μπούμερανγκ». Η ευρωπαϊκή συμπάθεια όμως δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εξουσία. Το γαλλικό Εθνικό Συναγερμό σήμερα είναι εξαιρετικά προσεκτικό στο πώς παρουσιάζει τη σχέση του με την Αμερική του Τραμπ γιατί ξέρει ότι η ανοιχτή ευθυγράμμιση κοστίζει ψήφους.
Το δίλημμα της Ευρώπης χωρίς εύκολες απαντήσεις
Αν η αμερικανική πίεση είναι το νέο δεδομένο, πώς απαντά η Ευρώπη; Τρεις πειρασμοί πρέπει να αποφευχθούν.
Ο πρώτος είναι ο «αντιδραστικός κεντρισμός»: η ιδέα ότι, για να νικηθεί η ακροδεξιά, το κέντρο πρέπει να υιοθετήσει τις θέσεις της στη μετανάστευση και στα πολιτισμικά ζητήματα. Το πιο εκλεπτυσμένο επιχείρημα εδώ λέει ότι η «υπερβολή» της Αριστεράς προκάλεσε αναπόφευκτα την αντίδραση της Δεξιάς. Πρόκειται όμως για μια θέση που αποδίδει δράση μόνο στη μία πλευρά σαν οι ψηφοφόροι να μην είναι παρά αντανακλαστικά. Εμπειρικά, στέκεται δύσκολα.
Ο δεύτερος πειρασμός είναι η πίστη ότι ένα απλό μέτωπο «κατά της διαφθοράς» αρκεί. Οι ακροδεξιοί λαϊκιστές που ανεβαίνουν υποσχόμενοι καθαρότητα και αποδεικνύονται πιο διεφθαρμένοι από τους προκατόχους τους δεν τιμωρούνται πάντα δες τη μακρά πορεία του FPÖ στην Αυστρία. Όταν η Πολωνία και η Ουγγαρία είδαν στροφή, αυτό συνέβη επίσης επειδή η οικονομία είχε σταθεροποιηθεί και η κρίση του κόστους ζωής είχε γίνει ψηλαφητή. Η ηθική καταγγελία χρειάζεται υλικό υπόβαθρο για να πιάσει.
Ο τρίτος πειρασμός είναι ο τεχνολογικός ντετερμινισμός το βολικό αφήγημα ότι «φταίνε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Κάθε νέα τεχνολογία, από το τυπογραφείο ως το ραδιόφωνο, κατηγορήθηκε κάποτε ως αιτία κάθε δεινού. Καμία όμως δεν παράγει ένα προκαθορισμένο πολιτικό αποτέλεσμα. Πολλά από όσα πήγαν στραβά στις ΗΠΑ εξηγούνται μόνο από συγκεκριμένες ρυθμιστικές επιλογές δεκαετιών από την κατάργηση κανόνων ισορροπίας στα μέσα την εποχή Ρίγκαν και μετά. Αυτό σημαίνει κάτι ελπιδοφόρο: το κλισέ ότι ό,τι συμβαίνει στην Αμερική θα έρθει μοιραία και στην Ευρώπη είναι ανοησία. Η ευρωπαϊκή υποδομή των μέσων είναι διαφορετική — και αυτή ακριβώς είναι που πρέπει να προστατευτεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε λογής λαϊκιστές, από τη Γερμανία ως την Ελβετία, εκστρατεύουν επίμονα ενάντια στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ξέρουν τι αξία έχει. Κι αυτό είναι ίσως το πιο πρακτικό συμπέρασμα για την Ευρώπη: η άμυνα της δημοκρατίας δεν περνά από τη μίμηση των αντιπάλων της ούτε από τον πανικό μπροστά σε ένα φανταστικό «αναπόφευκτο κύμα». Περνά από τη συντήρηση των θεσμών που η Αμερική του Τραμπ προσπαθεί να κατεδαφίσει ανεξάρτητα δικαστήρια, ελεύθερα πανεπιστήμια, αξιόπιστα δημόσια μέσα.
Το κύμα, τελικά, δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική επιλογή και οι επιλογές αντικρούονται με άλλες επιλογές. Η Ευρώπη δεν είναι καταδικασμένη να γίνει αντίγραφο της Αμερικής. Αλλά για πρώτη φορά εδώ και ογδόντα χρόνια, θα πρέπει να αμυνθεί απέναντι σε αυτήν.

