Το μπούμερανγκ των κυρώσεων: Πώς η Δύση παγιδεύτηκε στον δικό της οικονομικό πόλεμο

Από τον πληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση μέχρι το αδιέξοδο των μικροτσίπ, οι κυρώσεις σε Ρωσία και Ιράν γυρίζουν μπούμερανγκ, απειλώντας την αμερικανική και ευρωπαϊκή οικονομική κυριαρχία

Το μπούμερανγκ των κυρώσεων: Πώς η Δύση παγιδεύτηκε στον δικό της οικονομικό πόλεμο

Όταν επιβάλλονται για πρώτη φορά, οι οικονομικές κυρώσεις ακούγονται πάντα ως ένα πανίσχυρο εργαλείο στα χέρια της Δύσης. Το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, ο αποκλεισμός του εμπορίου και η εργαλειοποίηση του δολαρίου παρουσιάζονται ως η απόλυτη απάντηση σε κάθε γεωπολιτική κρίση. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η στρατηγική δημιουργεί ένα τεράστιο κύμα αναταράξεων, και σήμερα, το φάντασμα της κατάσχεσης των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων επιστρέφει για να στοιχειώσει τη Δύση σε πραγματικό χρόνο.

σχετικά άρθρα

Παρά την έντονη αντιρωσική ρητορική που κυριαρχεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν αθόρυβα να χορηγούν ειδικές εξαιρέσεις (waivers), επιτρέποντας σε διάφορες χώρες να συνεχίσουν την αγορά ρωσικού πετρελαίου. Οι αρμόδιοι αξιωματούχοι στην Ουάσιγκτον γνωρίζουν καλά πως η κατάσταση στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου έχει καταστεί υπερβολικά επικίνδυνη για να παίζουν με τη φωτιά. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα, και η αμερικανική κυβέρνηση δείχνει να ξεμένει από ασφαλείς επιλογές μπροστά σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα που κλυδωνίζεται.

Η παγίδα της ενέργειας και η κατάρρευση της ζήτησης

Ο πληθωρισμός αρχίζει να καλπάζει ξανά, οι αποδόσεις των ομολόγων εκτοξεύονται, και η αγορά πετρελαίου γίνεται όλο και πιο ασταθής. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποιεί ήδη σε δραματικούς τόνους ότι τα παγκόσμια αποθέματα θα μπορούσαν να καταρρεύσουν εάν συνεχιστούν οι διαταραχές. Η αλήθεια είναι ότι η περιβόητη «καταστροφή της ζήτησης» (demand destruction) έχει ήδη ξεκινήσει. Η παγκόσμια κατανάλωση επιβραδύνεται επιθετικά, απλούστατα επειδή οι τιμές έχουν γίνει πλέον αβάσταχτες για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ορισμένες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανή μείωση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου έως και κατά 2,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα κάτω από ακραίες συνθήκες. Το νούμερο αυτό δεν είναι διόλου αμελητέο, και εν τέλει, είναι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες που καλούνται να πληρώσουν το τίμημα της δικής τους στρατηγικής αποκλεισμού. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι η Ουάσιγκτον χρειάζεται τη ροή του πετρελαίου παγκοσμίως. Αν οι τιμές του αργού πετρελαίου εκραγούν, ολόκληρος ο πλανήτης γίνεται φτωχότερος. Και αν ο κόσμος φτωχύνει, είναι αδύνατον να αγοράσει αμερικανικά προϊόντα.

Γιατί τα 400 εκατομμύρια βαρέλια του ΙΕΑ δεν κάμπτουν τις πετρελαϊκές τιμές | Liberal.gr

Ο πληθωρισμός χτυπά τις αμερικανικές εξαγωγές

Αυτή είναι η τεράστια αντίφαση που κανείς στο δυτικό στρατόπεδο δεν θέλει να παραδεχτεί δημόσια. Η συνεχιζόμενη πίεση στο Ιράν καθιστά τις αμερικανικές εξαγωγές δραματικά πιο ακριβές. Οι τιμές των αμερικανικών εξαγωγών σημείωσαν άνοδο 5,4% τον Μάρτιο και 8,8% τον Απρίλιο. Υπάρχουν αναλυτές που προειδοποιούν ότι ορισμένες κατηγορίες αγαθών μπορεί να δουν διψήφιες αυξήσεις τιμών, κάτι που προκαλεί τρόμο στις αγορές. Συνεπώς, η σιωπηρή ανοχή στην επιστροφή του ρωσικού πετρελαίου δεν αφορά μόνο τη συγκράτηση του εγχώριου αμερικανικού πληθωρισμού, αλλά ένα ευρύτερο σχέδιο: τη διάσωση του παγκόσμιου καταναλωτή.

Αν οι τιμές του πετρελαίου βγουν εντελώς εκτός ελέγχου, το μεταφορικό κόστος θα εκτοξευθεί, οι τιμές των τροφίμων θα αυξηθούν δραματικά και το βιομηχανικό κόστος θα γίνει απαγορευτικό. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η κατανάλωση θα καταρρεύσει παντού, τραβώντας μαζί της και την αμερικανική οικονομία. Ενώ προ μηνών υπήρχε μια υπεραισιοδοξία ότι ο πληθωρισμός θα έπεφτε εύκολα, η αγορά ομολόγων έδωσε ένα άγριο μάθημα στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής: οι αποδόσεις εκτοξεύτηκαν, τα καύσιμα ακρίβυναν και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω.

Το ρωσικό νομικό οπλοστάσιο και τα αντίποινα

Η Ευρώπη, από την πλευρά της, ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τις δικές της συνέπειες, καθώς η ιδέα της κατάσχεσης των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων εξελίσσεται σε ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από ό,τι υπολόγιζαν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. Ήδη, τα ρωσικά δικαστήρια στηρίζουν τις αξιώσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας να ανακτήσει τα παγωμένα κεφάλαια που βρίσκονται εγκλωβισμένα στην Euroclear. Το διακύβευμα είναι κολοσσιαίο, αγγίζοντας ενδεχομένως και τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

Αυτό που συχνά αποσιωπάται είναι ότι η ίδια η Euroclear έχει 16 δισεκατομμύρια ευρώ εκτεθειμένα μέσα στη Ρωσία. Η Μόσχα μπορεί ανά πάσα στιγμή να αρχίσει να κατάσχει τμήματα αυτών των συμμετοχών ως αντίποινα. Δεν πρόκειται για μια απλή απειλή, αλλά για τακτική που ήδη εφαρμόζεται. Τα τελευταία τρία χρόνια, η Ρωσία έχει κατάσχει ή εθνικοποιήσει ξένα περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μεγάλα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα, όπως η Deutsche Bank, η Commerzbank και η UniCredit, έχουν ήδη δεχτεί ισχυρά πλήγματα, χάνοντας την πρόσβασή τους σε τεράστια ποσά.

Ο κινεζικός δράκος παρακολουθεί την Euroclear

Το ευρωπαϊκό ρίσκο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη Ρωσία. Ο πραγματικός στρατηγικός κίνδυνος είναι η καταστροφή των μελλοντικών σχέσεων του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος με την Κίνα. Η Euroclear τρέφει τεράστιες φιλοδοξίες να αποκτήσει πρόσβαση στην κινεζική αγορά ομολόγων, η οποία αποτιμάται στα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Αυτή είναι μια ευκαιρία ιστορικών διαστάσεων για τους Ευρωπαίους επενδυτές.

Euroclear: Κίνδυνος σταθερότητας στην Ε.Ε., εάν γίνει χρήση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Όμως, το Πεκίνο παρακολουθεί στενά. Αν η Κίνα διαπιστώσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποθηκεύονται στην Ευρώπη μπορούν απλώς να παγώσουν ή να κατασχεθούν υπό δυτική πολιτική πίεση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εμπιστευτεί μακροπρόθεσμα αυτό το σύστημα. Εάν η Ευρώπη δεν μπορέσει να εγγυηθεί τη θεσμική της ανεξαρτησία από τις αμερικανικές κυρώσεις, οι προσπάθειες αποδολαριοποίησης και δημιουργίας εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών θα επιταχυνθούν ραγδαία. Οι αναδυόμενες οικονομίες αναζητούν πλέον απεγνωσμένα προστασία από τον “κίνδυνο των κυρώσεων”.

Το αδιέξοδο της Nvidia και ο τεχνολογικός πόλεμος

Ενώ ο χρηματοπιστωτικός πόλεμος μαίνεται, η σύγκρουση γύρω από τους ημιαγωγούς (semiconductors) φτάνει σε κρίσιμο σημείο. Η πρόσφατη περιοδεία του διευθύνοντος συμβούλου της Nvidia, Jensen Huang, στην Κίνα θύμιζε περισσότερο εκστρατεία δημοσίων σχέσεων παρά επιχειρηματικό ταξίδι. Ενώ καταγράφηκαν άφθονες στιγμές με φαγητό σε τοπικές αγορές και φωτογραφίες, απουσίαζαν παντελώς οι ανακοινώσεις για νέες συμφωνίες. Παρά τη φαινομενική χαλάρωση κάποιων περιορισμών στα τσιπ H200, η Κίνα εξακολουθεί να μην αγοράζει μαζικά από την Nvidia.

Στην επιφάνεια, η αμερικανική εταιρεία μοιάζει ασταμάτητη, με τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες να σχεδιάζουν επενδύσεις ύψους σχεδόν 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων στις υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Ωστόσο, υπάρχει ένα κρυφό, τοξικό στοιχείο: τεράστιο μέρος αυτών των επενδύσεων χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού. Με τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων να πιέζονται και την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου να σκαρφαλώνει στο 5,16% —επίπεδα προ της Μεγάλης Κρίσης— το κόστος χρηματοδότησης εκτοξεύεται. Η Nvidia γνωρίζει καλά ότι χωρίς την Κίνα (που αποτελούσε το 25% των εσόδων της και πλέον έπεσε στο 4,5%), μακροπρόθεσμα χάνει πρόσβαση στη μισή παγκόσμια ζήτηση.

Η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό οικονομικό κοκτέιλ, η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ φλερτάρει επικίνδυνα με μια κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και το Ιράν. Αν και οι όποιες άμεσες στρατιωτικές ενέργειες έχουν παγώσει, η ρητορική παραμένει πολεμική. Ωστόσο, οι χώρες του Κόλπου —Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— ασκούν τεράστια πίεση στην Ουάσιγκτον να ρίξει τους τόνους, καθώς οι δικές τους οικονομίες δεν αντέχουν άλλη χρηματοπιστωτική αστάθεια και απώλεια εσόδων από τον τουρισμό και το εμπόριο.

Η πίεση αυτή φαίνεται να αποδίδει, καθώς ήδη διαρρέουν φήμες —έστω και αν διαψεύδονται επίσημα— ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο εξαιρέσεων από τις κυρώσεις για το ιρανικό πετρέλαιο. Το γεγονός και μόνο ότι συζητείται αυτό το σενάριο αποδεικνύει πόσο απελπιστική είναι η ανάγκη να μειωθούν οι τιμές της ενέργειας. Αν ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ σκαρφαλώσει στο 5% ενόψει κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων, το πολιτικό κόστος για την Ουάσιγκτον θα είναι καταστροφικό.

Το τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος

Οι απλοί πολίτες πληρώνουν ήδη τον λογαριασμό, έχοντας ξοδέψει δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον για καύσιμα, στερώντας πόρους από τη στέγαση, τη διατροφή και την πραγματική οικονομία. Παράλληλα, τα επιτόκια φαίνεται να ξεφεύγουν από τον απόλυτο έλεγχο των Κεντρικών Τραπεζών, και οι αγορές τιμολογούν ξανά τον κίνδυνο νέων αυξήσεων. Με το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού εθνικού χρέους να ξεπερνά το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια —όντας πλέον μεγαλύτερο από τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ— η υπερ-μοχλευμένη αμερικανική οικονομία ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι κυρώσεις βλάπτουν τους αντιπάλους της Δύσης, αλλά αν το δυτικό σύστημα μπορεί να αντέξει το δικό του αντίκτυπο.