Η επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας

Κυριάκος Πιερρακάκης, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

σχετικά άρθρα

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα αφετηρία. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης σηματοδοτεί το τέλος ενός εξαιρετικά σημαντικού επενδυτικού και μεταρρυθμιστικού κύκλου για τη χώρα. Ταυτόχρονα, ανοίγει ακόμη ένα πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο: πώς θα αξιοποιήσουμε όσα πετύχαμε για να διατηρήσουμε την επενδυτική δυναμική, να αυξήσουμε την αξία που παράγει η οικονομία μας και να δημιουργήσουμε περισσότερη ευημερία τα επόμενα χρόνια.

Η διαδρομή των τελευταίων ετών μάς επιτρέπει να ξεκινάμε αυτή τη συζήτηση από ισχυρότερη θέση. Η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, η ανεργία βρίσκεται πλέον στο 8% και πλησιάζει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η χώρα βγήκε από το καθεστώς των μακροοικονομικών ανισορροπιών, αποκατέστησε την αξιοπιστία της και έχει επιστρέψει στον πυρήνα των ευρωπαϊκών οικονομικών εξελίξεων.

Μέρος αυτής της αλλαγής συνδέεται ασφαλώς με το Ταμείο Ανάκαμψης. Η αξία του, όμως, υπερβαίνει τα δισεκατομμύρια που διοχετεύθηκαν στην οικονομία. Οι πόροι του συνδυάστηκαν με μεταρρυθμίσεις, επιτάχυναν επενδύσεις, χρηματοδότησαν επιχειρήσεις , υποδομές και συνέβαλαν στον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της χώρας. Αυτό είναι και το σημαντικότερο κεφάλαιο που πρέπει να διαφυλάξουμε την επόμενη ημέρα: μια διαφορετική αντίληψη για το πώς οι διαθέσιμοι πόροι μετατρέπονται σε παραγωγικές επενδύσεις και δημιουργούν πολλαπλάσια αξία.

Γι’ αυτό και στο ερώτημα «τι γίνεται μετά το Ταμείο Ανάκαμψης;» η απάντηση ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε την ανάπτυξη. Διαθέτουμε ήδη το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, ευρωπαϊκούς πόρους και ένα Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του οποίου οι εθνικοί πόροι θα έχουν υπερδιπλασιαστεί μεταξύ 2019 και 2030. Ο πραγματικός στόχος, όμως, είναι κάθε δημόσιο ευρώ να κινητοποιεί περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια, να μεγαλώνει ελληνικές επιχειρήσεις, να στηρίζει νέες επενδύσεις και να ενισχύει την παραγωγική βάση της χώρας. Αυτή είναι η λογική που μπορεί να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική και μετά το τέλος ενός έκτακτου ευρωπαϊκού εργαλείου.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη θεμελιώδης προϋπόθεση για την επόμενη ημέρα: η δημοσιονομική σταθερότητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ομολόγων δοκιμάζονται και μεγάλες οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις, η Ελλάδα μειώνει το δημόσιο χρέος της με τον ταχύτερο ρυθμό διεθνώς. Η επιλογή μας να προχωρήσουμε σε νέες πρόωρες αποπληρωμές υπηρετεί ακριβώς αυτή τη στρατηγική.

Η μείωση του χρέους αφορά ασφαλώς το κόστος δανεισμού και την αξιοπιστία της οικονομίας. Έχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση. Μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων έμαθε τι σημαίνει να παραλαμβάνει τα βάρη της προηγούμενης. Έχουμε εθνική υποχρέωση να μην επαναλάβουμε το ίδιο σφάλμα, κληροδοτώντας αυτό το βάρος στη νέα γενιά. Κάθε δισεκατομμύριο χρέους που αποπληρώνεται νωρίτερα περιορίζει μελλοντικούς τόκους, μειώνει κινδύνους και δημιουργεί μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών για το μέλλον. Η ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους είναι, με αυτή την έννοια, επένδυση στην επόμενη γενιά.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις των τελευταίων ετών. Η δημοσιονομική σταθερότητα, η μείωση του χρέους και η ενίσχυση του εισοδήματος λειτουργούν όχι απλώς συμπληρωματικά, αλλά και πολλαπλασιαστικά. Ακριβώς επειδή η χώρα έχει ισχυρότερα θεμέλια, μπορεί να στηρίζει την κοινωνία όταν προκύπτουν κρίσεις και να επιστρέφει στους πολίτες το μέρισμα της ανάπτυξης με μόνιμες παρεμβάσεις. Έτσι, η σταθερότητα αποκτά πραγματικά προστιθέμενη αξία όταν δημιουργεί μεγαλύτερη ασφάλεια για την οικονομία και περισσότερες δυνατότητες για τους ανθρώπους της.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης περιόδου βρίσκεται πλέον στην παραγωγικότητα. Πίσω από έναν φαινομενικά τεχνικό όρο βρίσκονται οι καλύτεροι μισθοί, οι ισχυρότερες επιχειρήσεις, οι περισσότερες εξαγωγές, η καινοτομία και η δυνατότητα της χώρας να ανταγωνίζεται με επιτυχία σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα. Χρειαζόμαστε μια οικονομία που παράγει μεγαλύτερη αξία, αξιοποιεί δημιουργικά την τεχνολογία, επενδύει στη γνώση και δίνει τη δυνατότητα στις ελληνικές επιχειρήσεις να μεγαλώνουν και να διεκδικούν θέση στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές. Μέσα από αυτή τη στρατηγική μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι το 2% ανάπτυξη θα αποτελέσει την αφετηρία και όχι τον προορισμό μας.

Αυτή είναι και η ουσία της συζήτησης που ανοίγει στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Στην ομιλία του ο  Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα παρουσιάσει τους οικονομικούς άξονες της επόμενης χρονιάς και θα αρχίσει να ξεδιπλώνει τον οδικό χάρτη της χώρας προς το 2030. Ένα ορόσημο που θέλουμε να βρει την Ελλάδα ισχυρότερη, παραγωγικότερη και δικαιότερη, με μεγαλύτερες αντοχές απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις και περισσότερες δυνατότητες για κάθε πολίτη.

Η επόμενη μέρα, λοιπόν, ξεκινά από όσα κατακτήσαμε, αλλά κρίνεται σε όσα θα δημιουργήσουμε. Με ισχυρά δημόσια οικονομικά, λιγότερο χρέος, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις και μια οικονομία που παράγει διαρκώς περισσότερη αξία. Με έναν τελικό στόχο: η Ελλάδα του 2030 να παραδώσει στην επόμενη γενιά περισσότερες δυνατότητες και λιγότερα βάρη από εκείνα που εμείς παραλάβαμε.