Το εκβιαστικό δίλημμα της κυβέρνησης: Ή φθηνότερα καύσιμα ή αυξήσεις στις συντάξεις

Το Μαξίμου μεταφέρει το πρόβλημα της ακρίβειας στους πολίτες...

Το εκβιαστικό δίλημμα της κυβέρνησης: Ή φθηνότερα καύσιμα ή αυξήσεις στις συντάξεις

«Δεν γίνεται να μειώσουμε τον φόρο στα καύσιμα γιατί μετά δεν θα έχουμε να πληρώσουμε τις αυξήσεις» – Η κυβέρνηση μεταφέρει στους πολίτες τον λογαριασμό της ενεργειακής κρίσης, ενώ η βενζίνη φτάνει στα 2,15 ευρώ και το ρεύμα ετοιμάζεται για νέο γύρο ανατιμήσεων. Αυτός ο χειμώνας θα είναι αρκετά δύσκολος και αναμένεται να στοιχήσει αρκετά στη διακυβέρνηση της ΝΔ που φαντάζει ανήμπορη να διαχειριστεί την κρίση.

σχετικά άρθρα

Το νέο κυβερνητικό αφήγημα είναι σχεδόν σοκαριστικά απλό: Θέλετε φθηνότερη βενζίνη ή θέλετε τις αυξήσεις που σας υποσχεθήκαμε; Και τα δύο, λέει το Μέγαρο Μαξίμου, δεν γίνεται. Τοι ομολόγησε ξεκάθαρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Έτσι, αντί η κυβέρνηση να αναζητήσει ουσιαστικές λύσεις για να συγκρατήσει το κόστος της ενέργειας, εμφανίζει ως μονόδρομο την επιλογή ανάμεσα στο ένα πρόβλημα και στο άλλο.

Και κάπως έτσι γεννιέται ένα πρωτοφανές πολιτικό δίλημμα: Ή θα πληρώνει ο πολίτης ακριβότερα καύσιμα και ρεύμα ή θα πρέπει να ξεχάσει μέρος των κυβερνητικών παροχών.

Την ώρα που η αμόλυβδη έχει ήδη σκαρφαλώσει στα 2,15 ευρώ το λίτρο και οι διεθνείς τιμές πετρελαίου συνεχίζουν να ανεβαίνουν, το πρόβλημα δεν είναι πλέον θεωρητικό. Είναι στην αντλία, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, στο κόστος μετακίνησης, στις τιμές των προϊόντων και τελικά στο οικογενειακό εισόδημα.

Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν μπορεί σήμερα να πει με βεβαιότητα πού θα σταματήσει αυτή η κούρσα.

Η βενζίνη στα 2,15 ευρώ και η κυβέρνηση κοιτάζει τον λογαριασμό

Η εικόνα στην αγορά είναι ήδη εξαιρετικά πιεστική. Το Brent έχει ξεπεράσει τα 108 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο κινείται επίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι αυξήσεις στις διεθνείς αγορές περνούν σταδιακά στην ελληνική αντλία και στους λογαριασμούς ενέργειας.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τον οδηγό που θα πάει να βάλει βενζίνη.

Η ακριβή ενέργεια σημαίνει ακριβότερες μεταφορές. Ακριβότερες μεταφορές σημαίνουν ακριβότερα προϊόντα. Ακριβότερο ρεύμα σημαίνει μεγαλύτερο κόστος για επιχειρήσεις, καταστήματα, βιοτεχνίες και νοικοκυριά.

Με άλλα λόγια, η ενεργειακή ακρίβεια λειτουργεί σαν ντόμινο.

Κι όμως, η κυβερνητική συζήτηση μοιάζει να περιορίζεται στο πώς θα προστατευθεί ο δημοσιονομικός χώρος για να μη χαλάσει το πακέτο της ΔΕΘ.

Το παράδοξο: Nα πληρώνεις σήμερα για να πάρεις την αύξηση αύριο

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό παράδοξο.

Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει μέτρα και αυξήσεις, μεταξύ άλλων και για τους συνταξιούχους. Το ίδιο το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει ότι με την αύξηση του Ιανουαρίου 2027 η σωρευτική αύξηση των συντάξεων από το 2023 θα φτάσει το 19%, με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.

Τώρα, όμως, όταν τίθεται το ζήτημα μιας ουσιαστικής μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα, εμφανίζεται η απάντηση: λεφτά δεν υπάρχουν για όλα.

Δηλαδή ο πολίτης καλείται να πληρώνει ακριβότερα στην αντλία, ακριβότερα στο ρεύμα και ακριβότερα στο σούπερ μάρκετ, προκειμένου να υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για τις αυξήσεις που θα πάρει αργότερα.

Αυτό όμως είναι ένα λογιστικό σχήμα που δύσκολα αντέχει στην πραγματική ζωή.

Γιατί τι νόημα έχει μια αύξηση 30 ή 40 ευρώ στη σύνταξη, εάν την ίδια στιγμή η αύξηση της βενζίνης, του ηλεκτρικού, της θέρμανσης και των προϊόντων απορροφά πολλαπλάσια χρήματα από το οικογενειακό εισόδημα;

Η ονομαστική αύξηση δεν σημαίνει απαραίτητα πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης.

Από την ενεργειακή κρίση στην επικοινωνιακή διαχείριση

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι τι θα κάνει η κυβέρνηση εάν η διεθνής κρίση συνεχιστεί και οι τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα.

Η πρώτη αντίδραση αναμένεται να είναι η γνωστή: συσκέψεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στη ΔΕΘ. Παρουσίασε το κυβερνητικό σχέδιο με ορίζοντα το 2030.

Συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να δραματοποιεί το πρόβλημα, κυβερνητικές συσκέψεις, συσκέψεις του οικονομικού επιτελείου, ενημερώσεις, δηλώσεις υπουργών και διαβεβαιώσεις ότι «η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά την κατάσταση».

Μόνο που οι συσκέψεις δεν κατεβάζουν την τιμή της βενζίνης.

Ούτε μειώνουν τον λογαριασμό του ηλεκτρικού.

Ούτε γεμίζουν το ρεζερβουάρ.

Και κάπου εκεί υπάρχει ο κίνδυνος να ξαναδούμε το γνωστό έργο των προηγούμενων ενεργειακών κρίσεων: αφού πρώτα η κυβέρνηση εξαντλήσει όλα τα περιθώρια της επικοινωνιακής διαχείρισης, να καταλήξει σε ένα ακόμη pass.

Ένα βοήθημα για τα καύσιμα.

Ένα βοήθημα για το ρεύμα.

Μερικές εκατοντάδες ευρώ για τους δικαιούχους.

Και μετά όλοι σπίτι τους.

Το pass δεν αντιμετωπίζει την ακρίβεια

Μόνο που υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά.

Το pass δεν μειώνει την τιμή.

Απλώς αποζημιώνει ένα μέρος της ζημιάς.

Και μάλιστα επιλεκτικά.

Ο πολίτης εξακολουθεί να πληρώνει την υψηλή τιμή στην αντλία και στη συνέχεια περιμένει από το κράτος να του επιστρέψει ένα μικρό μέρος της επιβάρυνσης.

Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως έκτακτο μέτρο σε μια ακραία κρίση. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί μόνιμη οικονομική πολιτική.

Γιατί κάποια στιγμή δημιουργείται το εξής παράδοξο: το κράτος εισπράττει φόρους από την ακριβή ενέργεια και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος τους με τη μορφή επιδόματος.

Και ο πολίτης βρίσκεται στη μέση.

Το πραγματικό δίλημμα είναι άλλο

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «καύσιμα ή συντάξεις».

Το πραγματικό δίλημμα είναι εάν η κυβέρνηση θα μπορέσει να προστατεύσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών σε μια νέα ενεργειακή κρίση.

Γιατί εάν η βενζίνη συνεχίσει την ανοδική της πορεία και το ρεύμα ακολουθήσει, τότε το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο τους συνταξιούχους.

Θα αφορά τους εργαζόμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις οικογένειες με παιδιά, τις μικρές επιχειρήσεις, τους μεταφορείς, τους αγρότες, τους πάντες.

Η ενεργειακή ακρίβεια δεν κάνει κοινωνικές διακρίσεις.

Και η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο κύμα με επικοινωνιακές ασκήσεις.

Το Μαξίμου μπροστά σε δύσκολο τεστ

Το πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι αυτή τη φορά η κρίση έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτικά στιγμή.

Η κυβέρνηση μόλις παρουσίασε το πακέτο της ΔΕΘ και επιχειρεί να πείσει ότι έχει δημιουργήσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξει νοικοκυριά και συνταξιούχους.

Την ίδια ώρα, όμως, η διεθνής ενεργειακή αγορά απειλεί να τινάξει στον αέρα αυτή την άσκηση.

Και όσο ανεβαίνει η βενζίνη, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πειστεί ο πολίτης ότι «η οικονομία πάει καλά».

Γιατί η οικονομία για τον πολίτη δεν είναι τα δημοσιονομικά μεγέθη.

Είναι η τιμή που βλέπει στην αντλία.

Είναι ο λογαριασμός που ανοίγει στο κινητό.

Είναι τα χρήματα που μένουν στο πορτοφόλι στο τέλος του μήνα.

Και σήμερα όλα αυτά δείχνουν προς μία κατεύθυνση: προς νέα πίεση.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά από τον πολίτη να διαλέξει

Τελικά, το κυβερνητικό δίλημμα μοιάζει περισσότερο με μεταφορά ευθύνης παρά με πραγματική επιλογή πολιτικής.

Δεν μπορείς να λες στον πολίτη «ή θα σου μειώσω τον φόρο στα καύσιμα ή θα σου αυξήσω τη σύνταξη» όταν την ίδια στιγμή η ενεργειακή κρίση απειλεί να εξαφανίσει στην πράξη και την αύξηση της σύνταξης και το διαθέσιμο εισόδημα της οικογένειας.

Δεν μπορεί η κυβέρνηση να εμφανίζει ως πολυτέλεια τη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα όταν η βενζίνη αγγίζει ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Και δεν μπορεί να θεωρεί λύση το να επιστρέφει εκ των υστέρων μερικά ψίχουλα μέσω pass.

Γιατί ο πολίτης δεν ζητά επίδομα για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια.

Ζητά να μην του δημιουργείται η ακρίβεια.

Και αυτό είναι το μεγάλο τεστ που βρίσκεται πλέον μπροστά στο Μέγαρο Μαξίμου.

Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει τις συσκέψεις, τις δηλώσεις και τα επικοινωνιακά σόου.

Μπορεί να ανακοινώσει άλλο ένα pass.

Μπορεί να μοιράσει μερικά εκατομμύρια για να κλείσει προσωρινά την τρύπα.

Αλλά εάν το πετρέλαιο συνεχίσει να ανεβαίνει, η βενζίνη περάσει τα 2,20 και το ρεύμα ακολουθήσει, τότε το πρόβλημα δεν θα κλείσει με μια ανακοίνωση.

Γιατί όταν η ακρίβεια γίνει μόνιμη, κανένα pass δεν φτάνει. Και τότε το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι αν υπάρχουν λεφτά για αυξήσεις στις συντάξεις. Θα είναι αν οι αυξήσεις αυτές θα έχουν απομείνει στην τσέπη του συνταξιούχου.