Η Morgan Stanley βλέπει την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά να εισέρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες και ταυτόχρονα ελκυστικές φάσεις των τελευταίων δεκαετιών, καθώς η μετάβαση της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές δημιουργεί ένα νέο επενδυτικό αφήγημα με σημαντικές προοπτικές εισροών και αναβάθμισης αποτιμήσεων.
Στην ανάλυσή της με τίτλο «Greece: In the Sweet Spot Between EM and DM», η αμερικανική επενδυτική τράπεζα επισημαίνει ότι οι ελληνικές μετοχές βρίσκονται πλέον σε ένα μοναδικό μεταβατικό στάδιο, όπου εξακολουθούν να προσελκύουν κεφάλαια αναδυόμενων αγορών, ενώ παράλληλα αρχίζουν να εντάσσονται όλο και πιο έντονα στο «ραντάρ» επενδυτών ανεπτυγμένων αγορών.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας σε Developed Market μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για σημαντικές νέες εισροές κεφαλαίων στο ελληνικό χρηματιστήριο, ειδικά από παθητικά και long-only χαρτοφυλάκια που ακολουθούν διεθνείς δείκτες. Σύμφωνα με την τράπεζα, οι οίκοι FTSE Russell και STOXX αναμένεται να προχωρήσουν στην αναβάθμιση της Ελλάδας τον Σεπτέμβριο του 2026, εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές ύψους περίπου 700 εκατ. δολαρίων.
Η Morgan Stanley σημειώνει ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου σε τρεις ημέρες συναλλαγών για την ελληνική αγορά, στοιχείο που αναδεικνύει τη δυνητικά ισχυρή επίδραση της αναβάθμισης στη ρευστότητα και στις αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών.
Παράλληλα, η MSCI αναμένεται να ακολουθήσει με δική της αναβάθμιση τον Μάιο του 2027, αργότερα από τις αρχικές προσδοκίες για τον Αύγουστο του 2026. Η χρονική αυτή μετάθεση θεωρείται θετική από την τράπεζα, καθώς προσφέρει περισσότερο χρόνο στα χαρτοφυλάκια αναδυόμενων αγορών να διατηρήσουν τις τοποθετήσεις τους, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται σταδιακά το ενδιαφέρον από κεφάλαια ανεπτυγμένων αγορών.
Η Morgan Stanley θεωρεί ότι η αναβάθμιση από τη MSCI θα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για το ελληνικό χρηματιστήριο, καθώς τα κεφάλαια που ακολουθούν τους δείκτες MSCI είναι περίπου διπλάσια από εκείνα που παρακολουθούν τους δείκτες FTSE. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας, η αναταξινόμηση από τη MSCI μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον καθαρές παθητικές εισροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων.
Παρά τις ανησυχίες που υπάρχουν στην αγορά σχετικά με πιθανές εκροές από ενεργητικά διαχειριζόμενα κεφάλαια αναδυόμενων αγορών, η Morgan Stanley εμφανίζεται καθησυχαστική. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα αποτελεί σήμερα overweight θέση για αρκετούς επενδυτές στις αγορές EEMEA και EM, ωστόσο οι επαφές της τράπεζας με διαχειριστές κεφαλαίων δείχνουν ότι το ενδιαφέρον για τις ελληνικές μετοχές παραμένει ισχυρό ακόμη και μετά την αναβάθμιση.
Σύμφωνα με την τράπεζα, αρκετοί επενδυτές εξετάζουν ήδη τη διατήρηση έκθεσης στην Ελλάδα μέσω τοποθετήσεων εκτός benchmark ή μέσω προσαρμοσμένων επενδυτικών εντολών. Η Morgan Stanley υπενθυμίζει μάλιστα ότι σε άλλες περιπτώσεις αλλαγής επενδυτικής κατηγορίας, περίπου το 70%-75% των κεφαλαίων διατήρησαν τελικά τις θέσεις τους και μετά την αναταξινόμηση.
Την ίδια στιγμή, η συμμετοχή επενδυτών ανεπτυγμένων αγορών στην Ελλάδα παραμένει ακόμη περιορισμένη. Μόλις το 12% των ευρωπαϊκών funds διαθέτει σήμερα έκθεση στην ελληνική αγορά, στοιχείο που, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, αφήνει σημαντικά περιθώρια για νέες εισροές τα επόμενα χρόνια.

Σε θεμελιώδες επίπεδο, η αμερικανική τράπεζα διατηρεί ξεκάθαρα θετική στάση για τις ελληνικές μετοχές, επικαλούμενη την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, τις σχετικά ελκυστικές αποτιμήσεις αλλά και τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης.
Η οικονομολόγος της Morgan Stanley για την Ευρώπη, Chiara Zangarelli, εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης. Το ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται να αναπτύσσεται με ρυθμό 2%-2,1% την περίοδο 2026-2027, δηλαδή περίπου δύο έως τρεις φορές ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Βασικοί μοχλοί ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνουν η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας να συνεχίζει να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την τράπεζα, η Ελλάδα έχει ήδη λάβει περίπου 24,6 δισ. ευρώ από το RRF, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 10% του ΑΕΠ.
Η Morgan Stanley σημειώνει ότι από τα τέλη του 2021 έως σήμερα οι πάγιες επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί περισσότερο από 45%, εξέλιξη που θεωρείται ενδεικτική της δυναμικής που έχει αναπτυχθεί στην οικονομία. Παρότι το πρόγραμμα RRF ολοκληρώνεται στα τέλη του 2026, η τράπεζα δεν αναμένει απότομη επιβράδυνση των επενδύσεων, καθώς εκτιμά ότι μέρος των πόρων θα συνεχίσει να διοχετεύεται στην οικονομία και μετά τη λήξη του προγράμματος.
Παράλληλα, η Ελλάδα αναμένεται να επιταχύνει την αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως η Πολιτική Συνοχής, διατηρώντας έτσι ενεργό τον επενδυτικό κύκλο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αγορά ομολόγων, όπου η εικόνα της Ελλάδας έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών ομολόγων έχουν πλέον συγκλίνει με εκείνες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, κινούμενες σε επίπεδα παρόμοια με της France και χαμηλότερα από της Ιταλίας.
Η Morgan Stanley θεωρεί ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των μακροοικονομικών δεδομένων, το risk premium της ελληνικής αγοράς παραμένει σχετικά υψηλό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, στοιχείο που αφήνει περιθώρια περαιτέρω ανατίμησης των ελληνικών μετοχών.
Σε επίπεδο επενδυτικής στρατηγικής, η τράπεζα δηλώνει προτίμηση στον τραπεζικό κλάδο, τον οποίο θεωρεί βασικό ωφελημένο της αναπτυξιακής δυναμικής και της επενδυτικής αναβάθμισης της χώρας.
Η έκθεση εξετάζει και τους πιθανούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία, με κυριότερο τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις. Η Morgan Stanley αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα παραμένει πιο ευάλωτη σε ενεργειακά σοκ λόγω της υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές ενέργειας, ωστόσο εκτιμά ότι η ισχυρή δημοσιονομική θέση της χώρας προσφέρει πλέον μεγαλύτερα περιθώρια κρατικής παρέμβασης σε περίπτωση νέας ενεργειακής κρίσης.
Τέλος, η αμερικανική τράπεζα αναφέρεται και στις πολιτικές εξελίξεις ενόψει των εκλογών του 2027. Σύμφωνα με την ανάλυση, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, αν και ενδέχεται να χρειαστεί συνεργασίες προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι, ακόμη και σε ένα πιο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, η βασική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και των μεταρρυθμίσεων δύσκολα θα ανατραπεί, στοιχείο που διατηρεί θετική τη συνολική εικόνα για την ελληνική αγορά.
