Μαρινάκης ράβει – Κυρανάκης ξηλώνει: Ο θεσμικός και ο σκληρός δεξιός
Με δύο πρόσωπα εμφανίζεται η κυβέρνηση
Η επίθεση στη Θεσσαλονίκη μετατρέπει την ασφάλεια σε κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Δύο διαφορετικοί τόνοι από την κυβέρνηση, μία κοινή επιδίωξη: η πολιτική κυριαρχία στη νέα περίοδο έντονης πόλωσης.
Η τρομοκρατική επίθεση στη Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί πλέον μόνο αντικείμενο της έρευνας των διωκτικών αρχών. Έχει ήδη εξελιχθεί στο κορυφαίο πολιτικό ζήτημα της επικαιρότητας, με κυβέρνηση και αντιπολίτευση να ανταλλάσσουν σκληρές κατηγορίες και να διαμορφώνουν ένα σκηνικό που παραπέμπει σε προεκλογική αντιπαράθεση υψηλής έντασης.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν ότι η συζήτηση γύρω από την ασφάλεια και την τρομοκρατία θα κυριαρχήσει το επόμενο διάστημα, επιτρέποντας στη Νέα Δημοκρατία να αναδείξει το αφήγημα της τάξης, της ασφάλειας και της αποφασιστικής αντιμετώπισης της βίας. Παράλληλα, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να ασκήσει πίεση στα κόμματα της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι επί σειρά ετών διατηρούσαν πολιτικές ανοχές απέναντι σε ομάδες που κινούνταν στα όρια ή και εκτός της νομιμότητας.
Ο καλός και ο κακός

Ωστόσο, η κυβερνητική στρατηγική εκφράζεται με δύο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος επιλέγει έναν θεσμικό λόγο. Στις δημόσιες παρεμβάσεις του καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή πολιτικής βίας, υπογραμμίζει την ανάγκη εθνικής ενότητας απέναντι στην τρομοκρατία και αφήνει αιχμές προς την αντιπολίτευση χωρίς να υιοθετεί προσωπικές επιθέσεις ή υψηλούς τόνους.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος επιλέγει σαφώς πιο επιθετική πολιτική γραμμή. Με δημόσιες τοποθετήσεις του επιρρίπτει ευθύνες στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ εξαπολύει προσωπικά πυρά κατά του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν πολιτικές ανοχές απέναντι σε φαινόμενα ακραίας βίας. Παράλληλα, προχωρά σε ιδιαίτερα αιχμηρές αναφορές για στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και διατυπώνει πολιτικού χαρακτήρα συνδέσεις που έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας κυβέρνησης που εκπέμπει δύο διαφορετικούς τόνους. Ο ένας επενδύει στη θεσμική υπευθυνότητα, την ψυχραιμία και την ανάγκη πολιτικής συνεννόησης απέναντι στην τρομοκρατία. Ο άλλος επιδιώκει τη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, θεωρώντας ότι η κοινωνία απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις και ευθείες πολιτικές συγκρούσεις με όσους, κατά την άποψη της κυβέρνησης, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός κλίματος ανοχής απέναντι στη βία. Είναι προφανές ότι η στρατηγική αυτή είναι σε απόλυτη γνώση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.

Στην αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, κάνουν λόγο για προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης ενός εξαιρετικά σοβαρού περιστατικού. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι αξιοποιεί την υπόθεση της Θεσσαλονίκης για να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από την οικονομία, την ακρίβεια και την καθημερινότητα σε ζητήματα ασφάλειας, όπου θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση ανοίγει έναν νέο κύκλο έντονης πολιτικής πόλωσης. Το δίλημμα «ασφάλεια ή ανοχή στη βία» αναμένεται να κυριαρχήσει στην πολιτική ατζέντα τους επόμενους μήνες, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαπιστώνουν ομοιότητες με παλαιότερες περιόδους ακραίας πολιτικής αντιπαράθεσης, όταν η δημόσια συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από ισχυρά διχαστικά διλήμματα.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η ανάδειξη της ασφάλειας ως κορυφαίου πολιτικού ζητήματος μπορεί να ενισχύσει τη συσπείρωση του δικού της εκλογικού ακροατηρίου. Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση επιδιώκει να παρουσιάσει τη Νέα Δημοκρατία ως δύναμη που επενδύει στην πόλωση για να καλύψει άλλα προβλήματα της διακυβέρνησης.
Ακραία πόλωση
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει αισθητά. Η σύγκρουση για την τρομοκρατία, τη βία και τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης φαίνεται πως θα αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό της πορείας προς τις επόμενες εθνικές εκλογές, με το κλίμα να γίνεται ολοένα και πιο συγκρουσιακό και τους πολιτικούς τόνους να θυμίζουν έντονα άλλες περιόδους βαθιάς πόλωσης της μεταπολιτευτικής ιστορίας.
.

