Η Τουρκία, το ΝΑΤΟ και ο νέος πολυπολικός κόσμος: Γιατί η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε κινδύνους αλλά και ευκαιρίες
Οι συζητήσεις για τα F-35, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ο πόλεμος στο Ιράν, η άνοδος της Κίνας και ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει με ταχύτητα
Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο προμήθειας κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος ΚΑΑΝ και οι αναφορές για πιθανές εξελίξεις σχετικά με τα F-35 επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο και τον ευρύτερο ρόλο της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα.
Όπως επισημαίνεται, η Τουρκία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια στη δημιουργία μιας ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία βασίστηκε κυρίως στην αγορά οπλικών συστημάτων από το εξωτερικό. Το γεγονός ότι η Άγκυρα αναζητά κινητήρες για το νέο της μαχητικό θεωρείται ένδειξη ότι το πρόγραμμα έχει προχωρήσει σημαντικά, προκαλώντας ανησυχίες για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός τεχνολογικού και καινοτομικού χάσματος μεταξύ των δύο χωρών.
Την ίδια στιγμή, υποστηρίζεται ότι οι σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις, από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή, έχουν αναδείξει τις αδυναμίες πολλών ακριβών παραδοσιακών οπλικών συστημάτων. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, απαιτείται μια συνολική αναθεώρηση της ελληνικής αμυντικής φιλοσοφίας, με μεγαλύτερη έμφαση σε τεχνολογίες που μπορούν να παραχθούν γρήγορα, μαζικά και με χαμηλότερο κόστος.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε νέες κατηγορίες οπλικών συστημάτων, όπως τα φθηνά βλήματα cruise και τα μη επανδρωμένα μέσα, τα οποία θεωρείται ότι μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά λόγω της γεωγραφίας του Αιγαίου. Η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει τα πλεονεκτήματα ώστε να διαμορφώσει μια αποτρεπτική στρατηγική που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις και στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Τουρκία ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το ερώτημα για το πώς αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ την Τουρκία στη σημερινή εποχή. Η εικόνα που περιγράφεται είναι αυτή μιας χώρας η οποία δεν θεωρείται πλέον πλήρως ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά ούτε και ενταγμένη στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας ή της Κίνας.
Αντίθετα, η Τουρκία παρουσιάζεται ως ένας αυτόνομος γεωπολιτικός παίκτης που κινείται ταυτόχρονα συνεργατικά και ανταγωνιστικά με όλες τις μεγάλες δυνάμεις, επιδιώκοντας να αποκτήσει δικό της ρόλο στο νέο διεθνές περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρεται ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν την Τουρκία απαραίτητη λόγω του μεγέθους του στρατού της και της γεωγραφικής της θέσης. Ωστόσο, εκφράζεται η άποψη ότι η Άγκυρα ακολουθεί μια ιδιαίτερα φιλόδοξη και συχνά επιθετική πολιτική, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες ακόμη και σε όσους επιδιώκουν να τη διατηρήσουν κοντά στη Δύση.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τη σημασία που αποδίδουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Τουρκία. Επισημαίνεται ότι οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγετών δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις επίσημες αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζονται από το πλαίσιο των κυρώσεων που επιβλήθηκαν λόγω των S-400.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται σε εκπομπή του Defence and Geostrategy, η πώληση κινητήρων F110 στην Τουρκία θεωρείται πιο πιθανή από μια επανένταξη της χώρας στο πρόγραμμα των F-35, καθώς στην τελευταία περίπτωση θα έπρεπε να ξεπεραστούν σημαντικά πολιτικά και θεσμικά εμπόδια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πόλεμος στο Ιράν, η Κίνα και η μεταμόρφωση του διεθνούς συστήματος
Ένα ακόμη βασικό θέμα αφορά τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις. Η άποψη που παρουσιάζεται είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους, καθώς δεν κατάφεραν να συντρίψουν το ιρανικό καθεστώς ούτε να επιβάλουν μια νέα πολιτική πραγματικότητα στην περιοχή.

Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι η σύγκρουση ενίσχυσε την εσωτερική συνοχή του Ιράν και ταυτόχρονα ανέδειξε περιορισμούς της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Γίνεται λόγος για μια περίοδο κατά την οποία καταρρέει σταδιακά το αφήγημα της αμερικανικής παντοδυναμίας, ενώ χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα εμφανίζονται ενισχυμένες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην Κίνα, η οποία παρουσιάζεται ως η δύναμη που έχει αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα σε κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας και τεχνολογίας. Αναφέρονται χαρακτηριστικά οι σπάνιες γαίες και άλλα στρατηγικά υλικά, στα οποία η κινεζική επιρροή θεωρείται καθοριστική.
Ωστόσο, εκφράζεται και η άποψη ότι η Κίνα δεν πρόκειται να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμιος ηγεμόνας. Αντίθετα, το διεθνές σύστημα φαίνεται να κινείται προς μια πολυπολική και πολυπολιτισμική πραγματικότητα, στην οποία διαφορετικοί πολιτισμοί και διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις θα συνυπάρχουν και θα ανταγωνίζονται.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της. Η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι η χώρα βρίσκεται ταυτόχρονα μπροστά σε μεγάλους κινδύνους αλλά και σημαντικές ευκαιρίες. Από τη μία πλευρά αντιμετωπίζει μια ολοένα πιο φιλόδοξη Τουρκία, η οποία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα. Από την άλλη, η μεταβαλλόμενη διεθνής πραγματικότητα δημιουργεί περιθώρια για την αναβάθμιση της ελληνικής θέσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι συζητήσεις για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, όπου αναμένεται να τεθούν ζητήματα νέων ρόλων και νέων ισορροπιών μέσα στη Συμμαχία. Εκφράζονται προβληματισμοί για πιθανή ενίσχυση της τουρκικής θέσης στο ΝΑΤΟ, αλλά και για το κατά πόσο η Ελλάδα θα αξιοποιήσει τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία προκειμένου να αναδείξει τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Η συνολική εικόνα που περιγράφεται είναι αυτή ενός κόσμου που εγκαταλείπει σταδιακά τις βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών. Οι παλιές ισορροπίες αμφισβητούνται, οι μεγάλες δυνάμεις επαναπροσδιορίζουν τις στρατηγικές τους και περιφερειακοί παίκτες όπως η Τουρκία επιδιώκουν να διευρύνουν τον ρόλο τους. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να προσαρμοστεί, να ενισχύσει τις δυνατότητές της και να αξιοποιήσει τη γεωγραφική και γεωπολιτική της θέση σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αβεβαιότητα αλλά και σημαντικές προκλήσεις.

