Το φρέσκο χρήμα της Α.Ι., το αμερικανικό χρέος και η πτώση της Δύσης
Πώς η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα, η γεωπολιτική τύφλωση της Ευρώπης και η φούσκα των ομολόγων επαναχαράσσουν τον παγκόσμιο χάρτη, οδηγώντας το αμερικανικό μοντέλο στα όριά του.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μια φάση βίαιης και ταχύτατης μετάβασης, με τις μακροοικονομικές εξελίξεις να διαμορφώνονται από έναν εκρηκτικό συνδυασμό γεωπολιτικών συγκρούσεων και νομισματικών ανισορροπιών. Η αρχική ψευδαίσθηση ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να συγκρατήσει τις τιμές του πετρελαίου εν μέσω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, γρήγορα διαλύθηκε. Η επέκταση του πολέμου στην Υεμένη και η ικανότητα των ανταρτών Χούθι να μπλοκάρουν ουσιαστικά την Ερυθρά Θάλασσα, έχουν αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν μιλάμε απλώς για μια τοπική διένεξη, αλλά για ένα στρατηγικό χτύπημα στις αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο αντίκτυπος στην αμερικανική οικονομία είναι άμεσος και βαθύς, ακόμα κι αν η πολιτική ελίτ προσπαθεί να τον υποβαθμίσει. Πολλοί αναλυτές εστιάζουν μηχανιστικά στο αν η αύξηση της τιμής της βενζίνης θα κοστίσει ψήφους. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, έχουν υποεπενδύσει δραματικά στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι αμερικανικές πόλεις και τα αχανή προάστια τους είναι δημιουργήματα του αυτοκινήτου, αποτέλεσμα επιθετικών πολιτικών που επιβλήθηκαν στα μέσα του περασμένου αιώνα από τους κολοσσούς της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Η καθημερινότητα του μέσου Αμερικανού, από την εργασία μέχρι την κατανάλωση, εξαρτάται απόλυτα από την αντλία του βενζινάδικου. Σε αυτό το περιβάλλον, η παραμικρή διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα ενέργειας, μεταφράζεται σε άμεση αφαίμαξη του διαθέσιμου εισοδήματος, επιτείνοντας το ήδη βεβαρημένο κλίμα από τον πληθωρισμό των προηγούμενων ετών.

Η παγίδα του ντίζελ και η αγροτική κρίση
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται στην απλή βενζίνη, αλλά στο ντίζελ, το οποίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της παραγωγικής μηχανής. Ο αμερικανικός αγροτικός τομέας, ο οποίος είναι εξαιρετικά μηχανοποιημένος, εξαρτάται απόλυτα από το ντίζελ για την κίνηση των τρακτέρ και του εξοπλισμού. Παράλληλα, το πετρέλαιο αποτελεί βασικό συστατικό για την παραγωγή λιπασμάτων, το κόστος των οποίων έχει εκτοξευτεί.
Οι αγρότες βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια μέγγενη. Από τη μία, αντιμετωπίζουν τα ραγδαία αυξανόμενα κόστη παραγωγής, και από την άλλη, την ασφυκτική πίεση από τα μονοψώνια της χονδρικής πώλησης τροφίμων, τα οποία αρνούνται να απορροφήσουν τις αυξήσεις. Το αποτέλεσμα είναι η συμπίεση των περιθωρίων κέρδους σε πολιτείες που, λόγω του εκλογικού συστήματος των ΗΠΑ, διαθέτουν δυσανάλογα μεγάλη πολιτική δύναμη.

Ο πληθωρισμός μπορεί να επιβραδύνθηκε στατιστικά, αλλά οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν επέστρεψαν ποτέ στα επίπεδα του 2021. Για τη μεγάλη μάζα των καταναλωτών, αυτή η συνεχιζόμενη ακρίβεια στα τρόφιμα βιώνεται ως μια ατελείωτη κρίση. Συνδυαστικά με τη στεγαστική κρίση – αποτέλεσμα της συγκέντρωσης του πλούτου στα ανώτερα στρώματα και της κατασκευής αποκλειστικά πολυτελών ακινήτων – το μείγμα γίνεται εκρηκτικό, απειλώντας ευθέως το πολιτικό κατεστημένο ενόψει των εκλογών.
Το γεωστρατηγικό κενό στη Μέση Ανατολή
Πέρα από τα εσωτερικά μακροοικονομικά προβλήματα, βιώνουμε τις ιδιαιτερότητες της παρακμής της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η Ουάσιγκτον αδυνατεί πλέον να επιβάλει τη θέλησή της όπως στο παρελθόν και αρνείται να αποδεχτεί αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η πολιτική ηγεσία εξαντλείται σε έναν θεατρινισμό ισχύος που δεν διαθέτει, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η αποστολή τεράστιων βομβών στο Ισραήλ, την ώρα που το Πεντάγωνο βάλλεται πανταχόθεν, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σπασμωδικής αντίδρασης.
Η δυναμική στην περιοχή αλλάζει ραγδαία. Η πίεση του Ιράκ για την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων βρίσκεται πλέον επίσημα στο τραπέζι, υποστηριζόμενη από την ικανότητα του Ιράν και των Χούθι να προκαλούν τεράστιο κόστος. Αν ο στόχος είναι να παραμείνουν ανοιχτά ενεργειακά περάσματα ζωτικής σημασίας, όπως τα Στενά του Ορμούζ και η Ερυθρά Θάλασσα, η απαίτηση της Τεχεράνης είναι ξεκάθαρη: οι ΗΠΑ πρέπει να αποχωρήσουν από την περιοχή.

Η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα ήδη προσαρμόζεται σε αυτό το ενδεχόμενο. Κράτη και κολοσσοί της ναυτιλίας δεν περιμένουν τις διπλωματικές λύσεις· στρέφονται ήδη στις χερσαίες μεταφορές, στο σιδηρόδρομο και στα φορτηγά μέσω Ασίας, αναδιαρθρώνοντας την παγκόσμια κυκλοφορία αγαθών και ενέργειας, μακριά από τον αμερικανικό έλεγχο.
Το στρατηγικό αδιέξοδο του Ισραήλ
Αυτή η διαφαινόμενη υποχώρηση των ΗΠΑ θέτει υπαρξιακά ερωτήματα για το Ισραήλ. Για πρώτη φορά, η αμερικανική κοινή γνώμη στρέφεται μαζικά υπέρ των Παλαιστινίων, προκαλώντας ρήγματα στην παραδοσιακή πολιτική στήριξη. Πολιτικοί ηγέτες συνειδητοποιούν ότι η τυφλή υποστήριξη κοστίζει πλέον ακριβά στις κάλπες. Ακόμα και στον σκληρό πυρήνα των Ρεπουμπλικανών, η αδιαπραγμάτευτη στάση υπέρ του Τελ Αβίβ αρχίζει να ξεφτίζει.
Το παρασκήνιο στην Ουάσιγκτον υποδεικνύει μια κυνική αναδίπλωση: η ηγεσία αναζητά τον τρόπο να απεμπλακεί σταδιακά, διατηρώντας ταυτόχρονα τις χρηματοδοτήσεις των πανίσχυρων λόμπι. Ο Ντόναλντ Τραμπ ενσαρκώνει αυτή τη συναλλακτική λογική, εκπέμποντας το μήνυμα ότι η αμερικανική ομπρέλα προστασίας δεν είναι δεδομένη αν δεν εξυπηρετούνται τα αμερικανικά συμφέροντα.
Αν οι ΗΠΑ πράγματι κλείσουν τις βάσεις τους και αποσυρθούν, το Ισραήλ θα βρεθεί σε πλήρη στρατηγική απομόνωση. Όσο για τις συζητήσεις περί πυρηνικού εκβιασμού – της απειλής δηλαδή μιας βιβλικής καταστροφής σε περίπτωση που το κράτος νιώσει ότι καταρρέει – αυτό δεν αποτελεί στρατηγική επιβίωσης, αλλά συνταγή άμεσου αφανισμού. Μια τέτοια κίνηση θα ένωνε την παγκόσμια κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων όλων των πυρηνικών δυνάμεων, σε μια άνευ προηγουμένου συμμαχία εξόντωσης.
Η ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση και η μαζική ψύχωση
Την ώρα που η Μέση Ανατολή φλέγεται και η αμερικανική ισχύς αποδομείται, η Ευρώπη επιδεικνύει μια πρωτοφανή στρατηγική τύφλωση. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γηραιά Ήπειρος οχυρώθηκε πρόθυμα κάτω από την αμερικανική ομπρέλα. Σήμερα, ωστόσο, παραμένει προσκολλημένη σε μια σχέση υποτέλειας που δεν βγάζει πλέον νόημα.
Αντί να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό κίνδυνο – την σταδιακή αποχώρηση του προστάτη τους – οι Ευρωπαίοι ηγέτες δημιουργούν μια μαζική ψύχωση. Κατασκευάζουν θεωρίες για την άμεση στρατιωτική απειλή της Ρωσίας προς την Ευρώπη, προκειμένου να δικαιολογήσουν την παραμονή τους στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Ακούμε, για παράδειγμα, Πολωνούς αξιωματούχους να καυχώνται ότι μπορούν να νικήσουν τον ρωσικό στρατό σε λίγες εβδομάδες, ή πολιτικούς από την Εσθονία – μια χώρα 1,3 εκατομμυρίων κατοίκων – να προτείνουν τον αποκλεισμό του Καλίνινγκραντ, αγνοώντας πλήρως ότι η Μόσχα διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο.
Πρόκειται για μια ακραία παράκρουση. Στην Ευρώπη έχει στηθεί ένας μηχανισμός όπου η οποιαδήποτε λογική αντίρρηση στιγματίζεται ως φιλορωσική προπαγάνδα, επιτρέποντας στους ακραίους πολεμοκάπηλους να διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της Ένωσης, οδηγώντας την ήπειρο σε έναν επικίνδυνο γκρεμό.
Ο αναδυόμενος ρόλος των «μεσαίων» δυνάμεων
Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, το ενδιαφέρον στρέφεται στις αναδυόμενες δυνάμεις και οργανισμούς, όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO). Χώρες με ειδικό γεωπολιτικό βάρος, όπως η Ινδία του Ναρέντρα Μόντι, παρακολουθούν την κατάρρευση της αμερικανικής ηγεμονίας και κινούνται προσεκτικά.
Από τη μία πλευρά, επιθυμούν διακαώς να απεξαρτηθούν από την Ουάσιγκτον, της οποίας η «φιλία» αποδεικνύεται όλο και πιο δαπανηρή. Από την άλλη, διστάζουν να παραδοθούν άνευ όρων στην επιρροή του μπλοκ Πεκίνου-Μόσχας. Ο Μόντι τοποθετείται με αξιοσημείωτη ευελιξία: ενώ πριν λίγους μήνες απέφευγε να καταδικάσει τις αμερικανο-ισραηλινές ενέργειες, πλέον συνυπογράφει κοινά ανακοινωθέντα που ρίχνουν ευθέως την ευθύνη στην Ουάσιγκτον.
Αυτή η προσέγγιση της στάθμισης κινδύνου χαρακτηρίζει δεκάδες χώρες στον παγκόσμιο Νότο. Καθώς το αμερικανικό αφήγημα φθίνει, η επιλογή της ευθυγράμμισης με την Κίνα και τη Ρωσία καθίσταται μονόδρομος, όχι απαραίτητα από ιδεολογική ταύτιση, αλλά από γεωπολιτική αναγκαιότητα. Σε αυτό το ρευστό σκηνικό, οι προσπάθειες του Ισραήλ να χτίσει συμμαχίες με μικρότερα κράτη μέσω αμυντικών συμβολαίων μοιάζουν με σταγόνα στον ωκεανό.
Η αγορά ομολόγων και ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης
Όμως, το πραγματικό ρήγμα στο αμερικανικό οικοδόμημα δεν βρίσκεται στα πεδία των μαχών, αλλά στο εσωτερικό του, και συγκεκριμένα στην αγορά ομολόγων. Οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με μια ωρολογιακή βόμβα χρέους, η οποία συνδέεται άμεσα με τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει αλλάξει τα δεδομένα της ρευστότητας. Τεχνολογικοί κολοσσοί αντλούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τεράστιες κεφαλαιακές δαπάνες σε υποδομές και data centers. Οι επενδυτές προτιμούν να δανείσουν αυτούς τους κολοσσούς – των οποίων τα ομόλογα θεωρούνται εξίσου ασφαλή με τα κρατικά – τραβώντας τεράστια κεφάλαια μακριά από το αμερικανικό δημόσιο.
Αυτό αναγκάζει την Ουάσιγκτον να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια για να δανειστεί, σε μια περίοδο που τα ελλείμματα υπερβαίνουν τα τρισεκατομμύρια. Το φρέσκο χρήμα δεν κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία ή στην αποπληρωμή του χρέους, αλλά στη συντήρηση μιας φούσκας τεχνολογικής παντοδυναμίας.
Μέσα σε αυτή την παραδοξότητα, βλέπουμε πολιτικούς όπως ο Ντόναλντ Τραμπ να υπόσχονται εξωφρενικές παροχές – όπως η απευθείας επιταγή 5.000 δολαρίων στους ψηφοφόρους του, κάτι που θα κόστιζε 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον – χωρίς καμία απολύτως πηγή εσόδων. Το χρέος σκαρφαλώνει στα 40 τρισεκατομμύρια, με ρυθμό ανάπτυξης (ΑΕΠ) μόλις στο 2%, την ώρα που η Κίνα τρέχει με τριπλάσιους ρυθμούς.
Το ενδεχόμενο μιας στάσης πληρωμών, ή μιας απότομης διόρθωσης από τις ίδιες τις αγορές (όπως συνέβη στη Βρετανία με την πρωθυπουργία της Λιζ Τρας), δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Την ώρα που η παγκόσμια τάξη ανατρέπεται εκ βάθρων, οι πολιτικές елит των ΗΠΑ μοιάζουν αποκομμένες από την πραγματικότητα, ενδιαφερόμενες περισσότερο για τα βραχυπρόθεσμα κέρδη στα χρηματιστήρια, παρά για την αποτροπή της επικείμενης κατάρρευσης. Η Δύση δεν κινδυνεύει πλέον απλώς να χάσει την κυριαρχία της· κινδυνεύει να συνθλιβεί κάτω από το βάρος των ίδιων των επιλογών της.

