Ας μην γελιόμαστε: η κατάσταση στον γεωπολιτικό χάρτη αυτή τη στιγμή δεν είναι απλώς ανησυχητική, είναι οριακή. Ο Ντόναλντ Τραμπ, σε μια προσπάθεια να επιβάλει την «αμερικανική ισχύ» με τον παραδοσιακό, συγκρουσιακό του τρόπο, φαίνεται να τζογάρει ολόκληρη την εθνική οικονομία των ΗΠΑ, τις διεθνείς αγορές και, τελικά, την ίδια την παγκόσμια ηγεμονία της χώρας. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από την Ουάσιγκτον είναι αν η διοίκηση αντιλαμβάνεται το μέγεθος της τρύπας που ανοίγει στα θεμέλια του δολαρίου.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια οικονομική αιμορραγία ή για την εξάντληση των στρατιωτικών οπλικών συστημάτων που αποστέλλονται στα μέτωπα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι κινήσεις αυτές οδηγούν τον Τραμπ σε μια εξαιρετικά δυσμενή διαπραγματευτική θέση απέναντι στην Κίνα. Το αρχικό αφήγημα ήταν απλό: οι ΗΠΑ θα πήγαιναν στο Πεκίνο με μια λίστα από «τρόπαια» (Βενεζουέλα, Ιράν) για να απαιτήσουν υποταγή. Αντί γι’ αυτό, ο Λευκός Οίκος οδηγείται σε ένα «τελετουργικό ταπείνωσης», καθώς η πραγματικότητα της αγοράς ακυρώνει κάθε απειλή για «φωτιά και θειάφι».
Το Πετρέλαιο ως Όπλο και το Μπούμερανγκ του Ιράν
Το Ιράν, παρά τις κυρώσεις, παραμένει ένας παίκτης που γνωρίζει πού βρίσκονται οι «διακόπτες» της παγκόσμιας οικονομίας. Η Τεχεράνη κατανοεί ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να πλήξει τις ΗΠΑ δεν είναι τα όπλα στο πεδίο, αλλά η πίεση στις τιμές της ενέργειας. Η στρατηγική τους είναι σαφής: αν πυροδοτήσουν μια παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση, αυτή θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ που θα χτυπήσει απευθείας το αμερικανικό πορτοφόλι.
Μετά από 70 ημέρες πολέμου, οι τιμές έχουν αρχίσει να εκτοξεύονται. Το πετρέλαιο είναι μια παγκόσμια αγορά και δεν υπάρχει μέρος για να κρυφτεί κανείς. Τα παγκόσμια αποθέματα ασφαλείας μειώνονται με ρυθμούς που δεν έχουμε ξαναδεί. Αν δεν υπάρξει άμεση εκτόνωση, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι απομένουν το πολύ τέσσερις μήνες πριν οι ΗΠΑ φτάσουν σε κρίσιμα επίπεδα ελλείψεων. Ο Τραμπ προσπαθεί να «πυροσβέσει» την κατάσταση απελευθερώνοντας 170 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά αποθέματα, αλλά η κίνηση αυτή μοιάζει με σταγόνα στον ωκεανό.

Οι «Λύκοι» των Αγορών και το Arbitrage
Εδώ εντοπίζεται η τραγική ειρωνεία: όταν οι ΗΠΑ απελευθερώνουν πετρέλαιο για να ρίξουν τις τιμές, αυτό δεν πηγαίνει απευθείας στις αντλίες των πολιτών. Πωλείται μέσω δημοπρασιών, όπου κυριαρχούν οι αδίστακτοι εμπορικοί κολοσσοί όπως η Shell και η Trafigura. Αυτοί οι παίκτες, εκμεταλλευόμενοι την οικονομία κλίμακας, αγοράζουν το κρατικό πετρέλαιο και «κάθονται» πάνω στις θέσεις τους, περιμένοντας την επόμενη άνοδο.
Αυτή η πρακτική, γνωστή ως arbitrage, επιτρέπει στους μεσάζοντες να βγάζουν δισεκατομμύρια την ώρα που ο κόσμος φλέγεται. Η λογική «αγοράζω χαμηλά, πουλάω ψηλά» σημαίνει ότι τα κίνητρα για χαμηλές τιμές απλώς δεν υπάρχουν για τους ισχυρούς της αγοράς. Έτσι, η προσπάθεια της κυβέρνησης να ελαφρύνει τον καταναλωτή καταλήγει να επιδοτεί τα κέρδη των μεγάλων traders, ενώ ο πολίτης στην Καλιφόρνια πληρώνει ήδη πάνω από 7 δολάρια το γαλόνι.
Η Ψευδαίσθηση του 6% και η Σκληρή Πραγματικότητα
Είναι σχεδόν εξωφρενικό να ακούει κανείς στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, όπως ο Κέβιν Χάσετ, να μιλούν για ανάπτυξη του ΑΕΠ που θα αγγίξει το 6%. Τέτοια νούμερα ανήκουν στη δεκαετία του ’80 και σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Η διοίκηση προσπαθεί να «πουλήσει» ένα αφήγημα αισιοδοξίας βασισμένο σε μελλοντικές επενδύσεις σε εργοστάσια, αλλά αγνοεί τον ελέφαντα στο δωμάτιο: τον πληθωρισμό.
Ο πόλεμος στο Ιράν λειτουργεί ως ένας κρυφός φόρος για κάθε νοικοκυριό. Το διαθέσιμο εισόδημα —το ποσό που μένει μετά από φόρους, ενοίκιο, φαγητό και βενζίνη— έχει πέσει από το 5,1% στο 3,7%. Για τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας, η ανάπτυξη αυτή είναι σχεδόν μηδενική. Όταν ο κόσμος δεν έχει χρήματα για να αγοράσει ένα iPhone ή να πάει διακοπές, η οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Η «φούσκα» της αισιοδοξίας του Τραμπ κινδυνεύει να σκάσει με πάταγο, παρασύροντας και την χρηματιστηριακή αγορά που ήδη δείχνει σημάδια υπερθέρμανσης.

Το Ενεργειακό Φρούριο της Κίνας
Ενώ οι ΗΠΑ αναλώνουν τα αποθέματά τους, η Κίνα παραδίδει μαθήματα στρατηγικής προνοητικότητας. Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, όπως το CNN, αναγκάζονται πλέον να παραδεχτούν ότι το Πεκίνο έχει χτίσει ένα ενεργειακό φρούριο ικανό να αντέξει τους κραδασμούς. Η Κίνα δεν βασίζεται πλέον μόνο στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Έχει επενδύσει μαζικά σε πυρηνική ενέργεια, ηλιακά πάρκα και υδροηλεκτρικά έργα.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο; Τα κινεζικά αποθέματα πετρελαίου ανέρχονται σε 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια, αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες της για 90 ημέρες. Οι ΗΠΑ, από την άλλη, διαθέτουν μόλις 430 εκατομμύρια βαρέλια, που αντιστοιχούν σε 21 ημέρες κατανάλωσης. Επιπλέον, η Κίνα έχει την ασφάλεια της Ρωσίας στα βόρεια σύνορά της. Ο Τραμπ πηγαίνει στη σύνοδο με «αρνητικό μοχλό πίεσης». Δεν έχει τίποτα που να θέλουν πραγματικά οι Κινέζοι, ενώ εκείνος καίγεται για παραχωρήσεις.
Η Απειλή των Σπάνιων Γαιών και ο Αμερικανός Αγρότης
Αν η κατάσταση κλιμακωθεί, η Κίνα διαθέτει ένα «πυρηνικό» οικονομικό όπλο: τις σπάνιες γαίες. Χωρίς αυτές, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κατασκευάσουν ούτε όπλα υψηλής τεχνολογίας, ούτε τσιπ τεχνητής νοημοσύνης. Αν ο Σι Τζινπίνγκ αποφασίσει να κλείσει τη στρόφιγγα, η αμερικανική βιομηχανία θα παραλύσει.
Ταυτόχρονα, υπάρχει ο κίνδυνος για τον Αμερικανό αγρότη. Αν η Κίνα σταματήσει να αγοράζει σόγια, οι ψηφοφόροι που έφεραν τον Τραμπ στην εξουσία θα βρεθούν αντιμέτωποι με την απόλυτη καταστροφή. Η βιομηχανική πολιτική της Κίνας είναι τόσο αποτελεσματική, που το Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ προειδοποιεί για απώλειες 650 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εξαγωγές των χωρών του G7 προς όφελος του Πεκίνου μέχρι το 2030.
Συμπέρασμα: Παίζοντας Ντάμα σε μια Σκακιέρα
Η σύνοδος στο Πεκίνο δεν θα είναι μια επίδειξη ισχύος, αλλά μια άσκηση διαχείρισης κρίσης. Ο Τραμπ πηγαίνει εκεί με μια αντιπροσωπεία «αστέρων» —Nvidia, Apple, Tesla— που αγωνιούν να κρατήσουν τις αγορές τους ανοιχτές. Όμως, η πραγματική ισχύς βρίσκεται στα χέρια εκείνου που ελέγχει τα αποθέματα και την παραγωγή.
Όσο ο πόλεμος με το Ιράν συνεχίζεται, οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να αιμορραγούν οικονομικά και γεωπολιτικά. Ο Τραμπ μοιάζει να παίζει ντάμα με τον εαυτό του, ενώ η Κίνα απολαμβάνει το τσάι της, περιμένοντας την αναπόφευκτη στιγμή που η Ουάσιγκτον θα αναγκαστεί να ζητήσει συμβιβασμό. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα αλλάξει η παγκόσμια τάξη πραγμάτων, αλλά πόσο επώδυνη θα είναι αυτή η μετάβαση για τον μέσο Αμερικανό πολίτη.
