Η επέμβαση του Τραμπ στο Ιράν αλλάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή – Το νέο αμυντικό μπλοκ και η αναζήτηση αυτονομίας από τις ΗΠΑ

Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν αποτελεί το πιο καθαρό μέχρι σήμερα σημάδι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν δικούς τους μηχανισμούς ασφάλειας, χωρίς να εγκαταλείπουν απαραίτητα την Ουάσιγκτον

Η επέμβαση του Τραμπ στο Ιράν αλλάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή – Το νέο αμυντικό μπλοκ και η αναζήτηση αυτονομίας από τις ΗΠΑ

Η υπογραφή της Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου δημιούργησε έναν νέο μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας στην καρδιά μιας Μέσης Ανατολής που έχει ήδη αναστατωθεί από τον πόλεμο.

σχετικά άρθρα

Μία ημέρα αργότερα, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών συνέκρινε τη δέσμευση αμοιβαίας άμυνας με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η συμφωνία δεν στρέφεται κατά του Ιράν ή οποιασδήποτε άλλης συγκεκριμένης χώρας.

Η συμφωνία δεν δημιουργεί από μόνη της μια εντελώς νέα περιφερειακή τάξη. Αποτελεί, όμως, ένα ισχυρό σημάδι ότι σημαντικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής επιδιώκουν ολοένα περισσότερο σχήματα ασφαλείας που μπορούν να διαμορφώνουν οι ίδιες, αντί να στηρίζονται αποκλειστικά σε εξωτερικούς προστάτες.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, σύμφωνα με την ανάλυση, με μια βαθύτερη συνέπεια της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί στον πόλεμο κατά του Ιράν.

Η διεθνής πολιτική συχνά παρομοιάζεται με σκάκι, όπου κάθε πλευρά υπολογίζει προσεκτικά τις κινήσεις της και προσπαθεί να προβλέψει την αντίδραση του αντιπάλου. Η Μέση Ανατολή, όμως, περιγράφεται περισσότερο σαν τάβλι, όπου ακόμη και μια καλά σχεδιασμένη στρατηγική μπορεί να ανατραπεί από απρόβλεπτα γεγονότα, εξωτερικούς παράγοντες και εξελίξεις που κανένας από τους παίκτες δεν ελέγχει πλήρως.

Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση του Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά αποτέλεσε τη στιγμή κατά την οποία «ρίχτηκαν τα ζάρια»: ένα σημείο χωρίς εύκολη επιστροφή, μετά το οποίο οι πολιτικές συνέπειες δεν μπορούσαν να ελεγχθούν πλήρως.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Η στρατιωτική τους υπεροχή επέτρεψε τεράστια καταστροφική ισχύ, όμως δεν εξασφάλισε αντίστοιχο έλεγχο των ευρύτερων πολιτικών συνεπειών.

Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων και στόχων στον Κόλπο, ενώ παράλληλα διατάραξε τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Οι οικονομίες του Κόλπου, οι αερομεταφορές, οι ενεργειακές υποδομές και η εμπορική ναυσιπλοΐα παρασύρθηκαν έτσι άμεσα στη σύγκρουση. Μια στρατηγική που στόχευε στην άσκηση πίεσης προς την Τεχεράνη εξελίχθηκε σε περιφερειακό σοκ, το κόστος του οποίου επεκτάθηκε πολύ πέρα από τα ιρανικά σύνορα.

Για χρόνια, η αμερικανική στρατηγική παρουσίαζε το Ιράν ως την κύρια πηγή αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η λογική ήταν σχετικά απλή: αποδυνάμωση της Τεχεράνης, ενίσχυση των συμμάχων των ΗΠΑ και, ως αποτέλεσμα, μεγαλύτερη περιφερειακή σταθερότητα.

Ο πόλεμος, όμως, έχει καταστήσει πολύ δυσκολότερη τη διατήρηση αυτής της αντίληψης.

Τραμπ Ιράν

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις του Κόλπου εγκαταλείπουν την Ουάσιγκτον ή στρέφονται συλλογικά προς το Ιράν. Οι ιρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει έντονη οργή, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα απάντησαν ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τους δεσμούς ασφαλείας τους με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Παράλληλα, όμως, η σύγκρουση αποκάλυψε πόσο ευάλωτα είναι κράτη που δεν επέλεξαν τον πόλεμο, αλλά υποχρεώθηκαν να πληρώσουν μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού κόστους του.

Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν είναι τόσο μια εγκατάλειψη των Ηνωμένων Πολιτειών όσο μια προσπάθεια δημιουργίας «ασφάλειας» μέσω περισσότερων επιλογών. Τα κράτη του Κόλπου επιχειρούν να διαφοροποιήσουν τις σχέσεις ασφαλείας τους, ώστε να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από έναν εξωτερικό παράγοντα.

Από το Ιράν ως μοναδική απειλή σε ένα σύστημα πολλαπλών κινδύνων

Η επανεξέταση της περιφερειακής ασφάλειας είχε αρχίσει, πάντως, πριν ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράν.

Η συνέχιση της σύγκρουσης στη Γάζα, οι ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο και τη Συρία και κυρίως το ισραηλινό πλήγμα στην Ντόχα τον Σεπτέμβριο του 2025 ανάγκασαν τις αραβικές κυβερνήσεις να εξετάσουν έναν διαφορετικό κίνδυνο: την πιθανότητα η ισραηλινή στρατιωτική ισχύς να μπορεί να περάσει τα σύνορα αραβικών κρατών χωρίς να υπάρχει αποτελεσματικός περιφερειακός μηχανισμός περιορισμού της.

Το Ιράν παρέμενε σημαντική απειλή, αλλά δεν ήταν πλέον η μοναδική δύναμη γύρω από την οποία οργανώνονταν οι υπολογισμοί ασφαλείας.

Η αλλαγή αφορά τη μετάβαση από ένα μοντέλο που επικεντρωνόταν σε έναν βασικό αντίπαλο προς μια προσέγγιση όπου οι κυβερνήσεις προσπαθούν να προστατευθούν από διαφορετικές μορφές ανεξέλεγκτης ισχύος: ιρανική, ισραηλινή ή ακόμη και από τις παράπλευρες συνέπειες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Η θεωρία της «ισορροπίας της απειλής» του Stephen Walt προσφέρει, σύμφωνα με το κείμενο, ένα χρήσιμο πλαίσιο για να ερμηνευθεί αυτή η μεταβολή.

Ο Walt υποστηρίζει ότι τα κράτη δεν ισορροπούν απλώς απέναντι στην υλική ισχύ ενός αντιπάλου. Αντιδρούν κυρίως σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως απειλή, η οποία διαμορφώνεται από τις δυνατότητες, τη γεωγραφική εγγύτητα και τις προθέσεις.

Με αυτό το σκεπτικό, μια κυβέρνηση μπορεί ταυτόχρονα να στηρίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για να προστατευθεί από ιρανικούς πυραύλους, να αντιτίθεται σε ένα ισραηλινό πλήγμα σε αραβική πρωτεύουσα και να αναζητά νέες αμυντικές συμφωνίες με άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Οι επιλογές αυτές δεν είναι απαραίτητα αντιφατικές. Αποτελούν διαφορετικές μορφές εξισορρόπησης και αντιστάθμισης απέναντι σε διαφορετικούς κινδύνους.

Η νέα συμφωνία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν αποτελεί το πιο εμφανές παράδειγμα αυτής της τάσης.

Οι τρεις χώρες έχουν πλέον θεσμοθετήσει έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας, ενώ Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν αναφέρει την Αίγυπτο ως πιθανό μελλοντικό συμμετέχοντα.

Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν και το Κατάρ συνέβαλαν στη διαμεσολάβηση για το Μνημόνιο Κατανόησης του Ισλαμαμπάντ μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης τον Ιούνιο, μια προσωρινή συμφωνία 14 σημείων που είχε στόχο να σταματήσει τον πόλεμο και να ανοίξει ένα παράθυρο διαπραγματεύσεων.

Το Ομάν, από την πλευρά του, εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των συνομιλιών για το μέλλον της διαχείρισης και της επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ.

Τα σχήματα αυτά δεν συνιστούν ακόμη ένα συνεκτικό πολιτικοστρατιωτικό μπλοκ. Δείχνουν, όμως, ότι τα περιφερειακά κράτη δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως πελάτες ή προστατευόμενοι των μεγάλων δυνάμεων. Εμφανίζονται ταυτόχρονα ως πάροχοι ασφάλειας, διπλωματικοί μεσολαβητές και διαμορφωτές κανόνων.

Η Κίνα κερδίζει χώρο και η περιοχή γίνεται πιο «ρευστή»

Μία από τις δυνάμεις που μπορούν να επωφεληθούν περισσότερο από αυτή τη νέα, πιο ρευστή περιφερειακή τάξη είναι η Κίνα.

Η συμμετοχή του Πεκίνου στην αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν το 2023 είχε ήδη δείξει ότι η Κίνα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας αποκλιμάκωσης χωρίς να προσφέρει το είδος της στρατιωτικής «ομπρέλας» που παραδοσιακά παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Βρώμικο χρήμα Κίνα

Ο πόλεμος ώθησε ορισμένες χώρες του Κόλπου να εξετάσουν μέχρι πού είναι διατεθειμένο να φτάσει το Πεκίνο χρησιμοποιώντας την πολιτική του επιρροή προς την Τεχεράνη.

Η Κίνα, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται απαραίτητα ως πλήρης αντικαταστάτης της Ουάσιγκτον. Μπορεί, όμως, να προσφέρει μία επιπλέον επιλογή: σημαντικό οικονομικό εταίρο, διπλωματικό μεσολαβητή και πιθανό αντίβαρο μέσα σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη εξωτερική πολιτική.

Υπάρχει και μια ιδεολογική διάσταση που διαφοροποιεί τις δύο μεγάλες δυνάμεις.

Η αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ στηρίζεται σε στρατηγική συνεργασία και στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και σε μακροχρόνια ιδεολογικά και θρησκευτικά ρεύματα, μεταξύ των οποίων η ισχυρή υποστήριξη προς το Ισραήλ από πολλούς ευαγγελικούς χριστιανούς.

Η Κίνα αντιμετωπίζει το Ισραήλ περισσότερο ως ένα ακόμη σημαντικό κράτος με το οποίο επιδιώκει οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις, παρά μέσα από αντίστοιχο ιδεολογικό πλαίσιο.

Αυτό δεν καθιστά το Πεκίνο ουδέτερο. Μπορεί, όμως, να κάνει τις κινεζικές σχέσεις πιο ελκυστικές για κυβερνήσεις που επιθυμούν συνεργασίες λιγότερο δεσμευμένες από τις πολιτικές και ιδεολογικές παραμέτρους που επηρεάζουν την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η απόφαση του Τραμπ να εμπλακεί στον πόλεμο ενδέχεται, συνεπώς, να επιτάχυνε μια αναδιάταξη ασφαλείας που είχε ήδη αρχίσει.

Ένας πόλος πιθανότατα θα εξακολουθήσει να περιστρέφεται γύρω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και εταίρους όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Παράλληλα, όμως, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, ενδεχομένως και η Αίγυπτος, δημιουργούν μηχανισμούς μεγαλύτερης περιφερειακής αυτονομίας.

Το Κατάρ και το Ομάν διατηρούν τον ιδιαίτερο ρόλο τους ως διαμεσολαβητές, ενώ ακόμη και το Ιράν θα μπορούσε να αποκτήσει περιθώρια για επιλεκτικές συμφωνίες μεταξύ κρατών, εφόσον περιορίσει την εξάρτησή του από μη κρατικούς ένοπλους συμμάχους.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα αποκτά μεγαλύτερη επιρροή όπου οι κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν την αποκλειστική τους εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.

Οι διαφορές μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία παραμένουν σημαντικές. Η Τουρκία, η συντηρητική Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, η Αίγυπτος και το σιιτικό Ιράν έχουν διαφορετικές ιδεολογικές, πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες.

Αυτό, όμως, δεν αποκλείει τη συνεργασία τους σε επιμέρους ζητήματα. Κράτη που αισθάνονται ότι αντιμετωπίζουν σημαντικές κοινές ευπάθειες μπορούν να συνεργαστούν ακόμη και χωρίς να μετατραπούν σε μόνιμους συμμάχους. Η συνεργασία μπορεί να παραμένει περιορισμένη, ευκαιριακή και συναλλακτική, αλλά ακόμη και έτσι είναι αρκετή για να μεταβάλει τις περιφερειακές ισορροπίες.

Η εικόνα που διαμορφώνεται, επομένως, δεν είναι εκείνη δύο αυστηρά χωρισμένων στρατοπέδων, αλλά μιας πολύ πιο ρευστής Μέσης Ανατολής, όπου οι συνεργασίες θα επικαλύπτονται και τα κράτη θα αλλάζουν συνδυασμούς ανάλογα με το είδος της απειλής που αντιμετωπίζουν.

Ο Τραμπ μπορεί να είχε ως στόχο, μέσω της στρατιωτικής ισχύος, την αποδυνάμωση του Ιράν και την ενίσχυση μιας τάξης πραγμάτων υπό αμερικανική ηγεσία. Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση, μία από τις σημαντικότερες συνέπειες του πολέμου είναι ότι επιτάχυνε την αναζήτηση αυτόνομων περιφερειακών μηχανισμών ασφαλείας, νέων συνεργασιών και μεγαλύτερης διαφοροποίησης των συμμαχιών.

Τα «ζάρια» ρίχτηκαν με την απόφαση για επέμβαση. Οι συνέπειες, όμως, εξελίσσονται πλέον πέρα από τις προθέσεις εκείνων που ξεκίνησαν τη σύγκρουση, καθώς η Μέση Ανατολή αρχίζει να αναδιοργανώνεται γύρω από τη νέα πραγματικότητα.