Πώς ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και οι άλλοι δικτάτορες άνοιξαν τον δρόμο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η οικονομική κρίση, η άνοδος του ναζισμού και του φασισμού, η επεκτατική πολιτική της Ιαπωνίας και η αδυναμία των δυτικών δυνάμεων να αποτρέψουν τη νέα παγκόσμια σύγκρουση

Πώς ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και οι άλλοι δικτάτορες άνοιξαν τον δρόμο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πολωνία, σηματοδοτώντας την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Η επίθεση αποτελούσε την κορύφωση μιας σειράς πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων που είχαν ξεκινήσει δύο δεκαετίες νωρίτερα, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

σχετικά άρθρα

Η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στη Γερμανία, η εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας του Μπενίτο Μουσολίνι στην Ιταλία και η αυξανόμενη επιρροή του στρατού στην Ιαπωνία διαμόρφωσαν ένα νέο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο η στρατιωτική ισχύς και οι εδαφικές διεκδικήσεις αντικατέστησαν σταδιακά τη διπλωματία.

Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν η οικονομική κατάρρευση του 1929, η πολιτική αστάθεια, ο εθνικισμός και η αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών να επιβάλει τις αποφάσεις της.

Παράλληλα, η Βρετανία και η Γαλλία, εξαντλημένες από τον προηγούμενο πόλεμο, απέφυγαν επανειλημμένα τη στρατιωτική αντιπαράθεση, επιτρέποντας στις επεκτατικές δυνάμεις να ενισχύσουν τη θέση τους.

Από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στην άνοδο του Χίτλερ και του Μουσολίνι

Στις 11 Νοεμβρίου 1918, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ολοκληρώθηκε με την ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της.

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ είχε αναγκαστεί να παραιτηθεί, ενώ η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρή οικονομική και κοινωνική κρίση.

Στο εσωτερικό της Γερμανίας διαδόθηκε ο ισχυρισμός ότι ο στρατός δεν είχε ηττηθεί πραγματικά στο πεδίο της μάχης, αλλά είχε προδοθεί από τους πολιτικούς. Η αντίληψη αυτή αξιοποιήθηκε αργότερα από τα εθνικιστικά κινήματα.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών επέβαλε στη Γερμανία σημαντικές εδαφικές απώλειες, περιορισμούς στις ένοπλες δυνάμεις και πολεμικές αποζημιώσεις ύψους 6,6 δισεκατομμυρίων λιρών.

Παράλληλα, η διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας οδήγησε στη δημιουργία νέων κρατών και συνόρων, αφήνοντας σημαντικούς γερμανόφωνους πληθυσμούς εκτός Γερμανίας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον προώθησε τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών, με στόχο την ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών. Ωστόσο, οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εντάχθηκαν στον οργανισμό, επιλέγοντας μια περισσότερο απομονωτική πολιτική.

Στη Γερμανία, η νέα δημοκρατία της Βαϊμάρης βρέθηκε αντιμέτωπη με συγκρούσεις μεταξύ ακροδεξιών και κομμουνιστικών οργανώσεων.

Το 1923, ο υπερπληθωρισμός κατέστρεψε τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων πολιτών, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

Ανάμεσα στους πολιτικούς που εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ, Αυστριακός στην καταγωγή και βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αφού ανέλαβε την ηγεσία του μικρού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, επιχείρησε το 1923 να καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα. Η απόπειρα απέτυχε και οδηγήθηκε στη φυλακή.

Εκεί έγραψε το «Ο Αγών μου», παρουσιάζοντας τις αντισημιτικές και επεκτατικές του αντιλήψεις, με βασικό στόχο την ανασυγκρότηση της Γερμανίας και την κατάκτηση εδαφών στην Ανατολή.

Μετά την αποφυλάκισή του, αποφάσισε να επιδιώξει την εξουσία μέσω του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Η οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας περιόρισε προσωρινά την επιρροή των εξτρεμιστικών κομμάτων. Όμως, το κραχ της Wall Street τον Οκτώβριο του 1929 άλλαξε την κατάσταση.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση οδήγησε την ανεργία στη Γερμανία πάνω από τα έξι εκατομμύρια, ενισχύοντας ραγδαία τους Ναζί.

Στις εκλογές του 1932, το κόμμα του Χίτλερ αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.

Στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ τον διόρισε καγκελάριο.

Μετά την πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ αξιοποίησε τις έκτακτες εξουσίες για να καταστείλει τους πολιτικούς αντιπάλους του και να καταργήσει τον πολυκομματισμό.

Όταν ο Χίντενμπουργκ πέθανε τον Αύγουστο του 1934, ο Χίτλερ συγκέντρωσε τις ανώτατες κρατικές εξουσίες, καθιερώνοντας τη δικτατορία του ως Φύρερ.

Η ναζιστική κυβέρνηση προχώρησε σε μεγάλα δημόσια έργα, κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και εκτεταμένο πρόγραμμα επανεξοπλισμού.

Το 1935, η Γερμανία παρουσίασε τη νέα πολεμική αεροπορία της, τη Luftwaffe, και επανέφερε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, παραβιάζοντας τους περιορισμούς των Βερσαλλιών.

Την ίδια χρονιά, οι Νόμοι της Νυρεμβέργης αφαίρεσαν από τους Εβραίους βασικά πολιτικά δικαιώματα και απαγόρευσαν τους γάμους τους με Γερμανούς που θεωρούνταν «Άριοι».

Η άνοδος του Χίτλερ είχε προηγούμενο στην Ιταλία.

Το 1922, ο Μπενίτο Μουσολίνι εκμεταλλεύτηκε τις απεργίες, τις κοινωνικές συγκρούσεις και την αδυναμία της κυβέρνησης.

Με την Πορεία προς τη Ρώμη, οι φασίστες άσκησαν πίεση στο πολιτικό σύστημα και ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ ανέθεσε στον Μουσολίνι τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Τα επόμενα χρόνια, ο Ιταλός ηγέτης εξουδετέρωσε την αντιπολίτευση και εγκαθίδρυσε δικτατορικό καθεστώς.

Μέχρι το 1928, η πραγματική εξουσία είχε συγκεντρωθεί στο φασιστικό σύστημα, ενώ η κυβέρνηση προωθούσε δημόσια έργα, στρατιωτική ενίσχυση και εθνικιστική προπαγάνδα.

Ο Μουσολίνι φιλοδοξούσε να δημιουργήσει μια νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με πρώτο μεγάλο στόχο την Αιθιοπία, τότε γνωστή ως Αβησσυνία.

Τον Οκτώβριο του 1935, οι ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στη χώρα από την Ερυθραία και την Ιταλική Σομαλία.

Η ιταλική υπεροχή σε αεροπορία, άρματα μάχης και πυροβολικό αποδείχθηκε καθοριστική, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και χημικά όπλα.

Η Αιθιοπία κατακτήθηκε μέσα σε περίπου έξι μήνες και ο αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασιέ κατέφυγε στη Βρετανία.

Η Κοινωνία των Εθνών επέβαλε οικονομικές κυρώσεις, αλλά δεν κατάφερε να αποτρέψει την κατάκτηση.

Η ιαπωνική επέκταση, ο Ισπανικός Εμφύλιος και ο δρόμος προς την Πολωνία

Η αποτυχία της διεθνούς κοινότητας είχε ήδη φανεί στην Ασία.

Η Ιαπωνία, που αντιμετώπιζε έλλειψη πρώτων υλών και αυξανόμενες οικονομικές ανάγκες, επιδίωξε να επεκτείνει την κυριαρχία της στην Κίνα.

Το 1931, ιαπωνικές στρατιωτικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Μαντζουρία, χωρίς προηγούμενη έγκριση της εκλεγμένης κυβέρνησης.

Στην περιοχή δημιουργήθηκε το κράτος-μαριονέτα Μαντσουκούο, με επικεφαλής τον Που Γι, τελευταίο αυτοκράτορα της Κίνας.

Η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε την επέμβαση, αλλά δεν μπόρεσε να επιβάλει την αποχώρηση των Ιαπώνων.

Τον Ιούλιο του 1937, η Ιαπωνία εξαπέλυσε νέα μεγάλης κλίμακας εισβολή στην Κίνα, όπου οι εθνικιστικές δυνάμεις του Τσιάνγκ Κάι Σεκ και οι κομμουνιστές του Μάο Τσετούνγκ είχαν ήδη εμπλακεί σε εμφύλιο πόλεμο.

Απέναντι στην ιαπωνική επίθεση, οι δύο πλευρές συνεργάστηκαν προσωρινά.

Οι ιαπωνικές δυνάμεις κατέλαβαν μεγάλες περιοχές της βόρειας και ανατολικής Κίνας, χρησιμοποιώντας εκτεταμένους βομβαρδισμούς και βίαιες μεθόδους εναντίον αμάχων.

Μετά την κατάληψη της Νανκίνγκ τον Δεκέμβριο του 1937, ακολούθησαν μαζικές δολοφονίες και βιασμοί. Οι εκτιμήσεις που παρουσιάζονται για τη σφαγή φτάνουν τους 300.000 νεκρούς.

Παρά τις επιθέσεις ακόμη και εναντίον δυτικών συμφερόντων, η Βρετανία και οι ΗΠΑ απέφυγαν την άμεση στρατιωτική εμπλοκή.

Την ίδια περίοδο, στην Ευρώπη, η Ισπανία μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ φασισμού, κομμουνισμού και δημοκρατικών δυνάμεων.

Μετά την επικράτηση του αριστερού Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1936, συντηρητικοί αξιωματικοί προετοίμασαν στρατιωτική εξέγερση.

Στις 17 Ιουλίου 1936, μονάδες του ισπανικού στρατού στο Μαρόκο εξεγέρθηκαν και ο στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο ανέλαβε ηγετικό ρόλο στο εθνικιστικό στρατόπεδο.

Η Γερμανία και η Ιταλία υποστήριξαν στρατιωτικά τους εθνικιστές.

Ο Χίτλερ διέθεσε μεταγωγικά αεροσκάφη, άρματα μάχης, στρατιώτες και τη Λεγεώνα Κόνδωρ, ενώ ο Μουσολίνι έστειλε περίπου 50.000 άνδρες και περισσότερα από 700 αεροσκάφη.

Η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τη Δημοκρατία με στρατιωτικούς συμβούλους και εξοπλισμό, ενώ περίπου 30.000 ξένοι εθελοντές εντάχθηκαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Η Βρετανία και η Γαλλία επέλεξαν πολιτική μη επέμβασης.

Ο εμφύλιος χαρακτηρίστηκε από μαζικές εκτελέσεις, διώξεις και βομβαρδισμούς αμάχων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταστροφή της Γκερνίκα τον Απρίλιο του 1937.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών αποδυνάμωσαν το δημοκρατικό στρατόπεδο.

Τον Μάρτιο του 1939, η Μαδρίτη παραδόθηκε και ο Φράνκο επικράτησε, εγκαθιδρύοντας δικτατορία.

Η εξέλιξη ενίσχυσε την πεποίθηση του Χίτλερ ότι η Βρετανία και η Γαλλία δεν ήταν διατεθειμένες να αντισταθούν στρατιωτικά.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1938, ο Χίτλερ είχε προσαρτήσει την Αυστρία, στέλνοντας στρατεύματα πριν από τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της.

Ακολούθησε η κρίση της Σουδητίας, περιοχής της Τσεχοσλοβακίας με σημαντικό γερμανόφωνο πληθυσμό.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, η Συμφωνία του Μονάχου επέτρεψε στη Γερμανία να καταλάβει τη Σουδητία, με αντάλλαγμα τη διαβεβαίωση του Χίτλερ ότι δεν θα διατύπωνε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν επέστρεψε στο Λονδίνο υποστηρίζοντας ότι είχε εξασφαλίσει την ειρήνη.

Όμως, τον Μάρτιο του 1939, τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν και τα υπόλοιπα τσεχικά εδάφη, ενώ η Σλοβακία τέθηκε υπό γερμανική επιρροή.

Στη συνέχεια, ο Χίτλερ απαίτησε από την Πολωνία την παραχώρηση του Ντάντσιχ, επιδιώκοντας τη σύνδεση της Ανατολικής Πρωσίας με την υπόλοιπη Γερμανία.

Αυτή τη φορά, η Βρετανία και η Γαλλία προειδοποίησαν ότι θα κήρυτταν πόλεμο σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Ο Ιωσήφ Στάλιν, ανήσυχος για τη γερμανική επέκταση, είχε αρχικά επιδιώξει συμφωνία με τις δυτικές δυνάμεις. Όταν οι διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν, στράφηκε προς το Βερολίνο.

Στις 23 Αυγούστου 1939, η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο συνοδευόταν από μυστικές συμφωνίες για τον διαμελισμό της Πολωνίας και τον καθορισμό σφαιρών επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη.

Με τον κίνδυνο άμεσης σοβιετικής αντίδρασης περιορισμένο, ο Χίτλερ διέταξε την προετοιμασία της εισβολής.

Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα πολωνικά σύνορα.

Η άνοδος των δικτατοριών, η οικονομική κρίση, οι εδαφικές διεκδικήσεις και η αποτυχία της διεθνούς διπλωματίας είχαν πλέον οδηγήσει την Ευρώπη σε έναν νέο πόλεμο, μόλις δύο δεκαετίες μετά την καταστροφή του προηγούμενου.