Πώς το Ιράν προετοιμάστηκε για πόλεμο με τις ΗΠΑ – Οι υπόγειες βάσεις πυραύλων, οι σύμμαχοι και το Στενό του Ορμούζ
Η Τεχεράνη είχε δημιουργήσει επί δεκαετίες ένα σύστημα στρατιωτικής επιβίωσης, με υπόγειες εγκαταστάσεις, αποκεντρωμένη διοίκηση και ένοπλες οργανώσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή – Τα όρια των αμερικανικών επιθέσεων και οι δυσκολίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης
Η πολεμική σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν ανέδειξε τις δυνατότητες ενός στρατιωτικού συστήματος που η Τεχεράνη είχε προετοιμάσει επί δεκαετίες για να αντέξει ακόμη και μια επίθεση που θα απειλούσε την ίδια την επιβίωση του καθεστώτος.
Παρά τα σοβαρά πλήγματα που δέχθηκαν οι ιρανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και η ηγεσία της χώρας, η Ισλαμική Δημοκρατία κατάφερε να διατηρήσει μέρος των πυραυλικών της δυνατοτήτων, να συνεχίσει τις επιθέσεις και να αξιοποιήσει το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων της.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι λεγόμενες «πόλεις πυραύλων», οι υπόγειες εγκαταστάσεις όπου το Ιράν είχε αποθηκεύσει μεγάλο μέρος του οπλοστασίου του. Παράλληλα, η αποκεντρωμένη δομή διοίκησης επέτρεψε στις ιρανικές δυνάμεις να αντιδράσουν ακόμη και μετά την εξόντωση υψηλόβαθμων στελεχών.
Η Τεχεράνη δεν περιορίστηκε στην άμεση αντιπαράθεση με τις αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις. Επέκτεινε τις επιθέσεις της σε αραβικά κράτη της περιοχής, αξιοποίησε την απειλή κατά της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και ενεργοποίησε οργανώσεις που υποστηρίζει στον Λίβανο, στην Υεμένη και στο Ιράκ.
Η στρατηγική αυτή δεν εξασφάλισε μια ολοκληρωτική νίκη. Κατέδειξε, ωστόσο, ότι η καταστροφή στρατιωτικών στόχων από αέρος δεν αρκεί απαραίτητα για να εξουδετερώσει ένα κράτος που έχει προετοιμαστεί για μακροχρόνιο πόλεμο.

Οι υπόγειες «πόλεις πυραύλων» και η στρατηγική επιβίωσης της Τεχεράνης
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ιρανικής στρατιωτικής προετοιμασίας ήταν η δημιουργία εκτεταμένων υπόγειων εγκαταστάσεων για την αποθήκευση πυραύλων και άλλων οπλικών συστημάτων.
Το Ιράν είχε επενδύσει επί χρόνια στην κατασκευή καταφυγίων και σηράγγων, παρουσιάζοντας μάλιστα δημόσια εικόνες από ορισμένες από αυτές τις εγκαταστάσεις.
Οι δυτικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 35 υπόγειες «πόλεις πυραύλων», οι οποίες αποτελούσαν βασικό μέρος του σχεδιασμού της Τεχεράνης για μια ενδεχόμενη σύγκρουση.
Κύριος στόχος τους ήταν η προστασία των βαλλιστικών πυραύλων που προορίζονταν για επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ και των αραβικών κρατών του Κόλπου που συνεργάζονται με τις ΗΠΑ.
Όταν ξεκίνησαν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις τον Φεβρουάριο, οι δύο χώρες κατάφεραν να καταστρέψουν σημαντικό αριθμό ιρανικών εκτοξευτών.
Η αποτελεσματικότητα των πληγμάτων αποτυπώθηκε στη μεγάλη μείωση του ρυθμού εκτόξευσης πυραύλων από το Ιράν, η οποία έφτασε έως και το 80%.
Ωστόσο, η καταστροφή των εκτοξευτών δεν σήμαινε ότι είχε εξουδετερωθεί και το ίδιο το πυραυλικό απόθεμα.
Οι πύραυλοι που βρίσκονταν βαθιά κάτω από το έδαφος παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό προστατευμένοι, καθώς οι διαθέσιμες αμερικανικές βόμβες δεν μπορούσαν να πλήξουν αποτελεσματικά όλες τις εγκαταστάσεις.
Για τον λόγο αυτό, οι επιτιθέμενες δυνάμεις επικεντρώθηκαν στον αποκλεισμό των εισόδων, προκαλώντας καταρρεύσεις στις σήραγγες πρόσβασης.
Η ιρανική απάντηση ήταν να περιορίσει τον ρυθμό των εκτοξεύσεων και να επιχειρεί την αποκατάσταση των εισόδων όποτε οι συνθήκες το επέτρεπαν.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη διατήρησε τη δυνατότητα να συνεχίζει πυραυλικές επιχειρήσεις, παρά τη σημαντική υποβάθμιση των στρατιωτικών της υποδομών.
Οι δυσκολίες αυτές ανέδειξαν και ένα πρόβλημα για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις: την ανάγκη ανάπτυξης αποτελεσματικότερων δυνατοτήτων εναντίον εξαιρετικά βαθιών και ενισχυμένων υπόγειων στόχων.
Η προστασία, όμως, δεν αφορούσε μόνο τα όπλα.
Το Ιράν είχε προετοιμάσει και ένα αποκεντρωμένο σύστημα στρατιωτικής διοίκησης, γνωστό ως Mosaic Command, το οποίο επέτρεπε σε περιφερειακούς διοικητές να ενεργούν ακόμη και εάν η κεντρική ηγεσία εξουδετερωνόταν.
Όταν υψηλόβαθμα στελέχη σκοτώθηκαν κατά την πρώτη νύχτα των επιθέσεων, άλλοι διοικητές είχαν ήδη την εξουσιοδότηση να ξεκινήσουν αντίποινα.
Έτσι, η προσπάθεια αποδιοργάνωσης της στρατιωτικής ηγεσίας δεν κατάφερε να παραλύσει πλήρως την ιρανική αντίδραση.
Εξίσου σημαντικά ήταν τα αποθέματα πυρομαχικών που είχαν συγκεντρωθεί πριν από τον πόλεμο.
Στην αρχή της σύγκρουσης, το Ιράν διέθετε περίπου 1.000 βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν το Ισραήλ και έως 4.000 πυραύλους με δυνατότητα προσβολής στόχων στα κράτη του Κόλπου.
Ακόμη και μετά τη χρήση ή την καταστροφή σημαντικού μέρους αυτών των όπλων, παρέμεναν αρκετά αποθέματα για τη συνέχιση ορισμένων επιχειρήσεων.
Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στην ιρανική δυνατότητα παραγωγής νέων πυραύλων.
Ωστόσο, η Τεχεράνη είχε επενδύσει παράλληλα σε μικρότερα εργαστήρια παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών, επιδιώκοντας να διατηρήσει τη δυνατότητα κατασκευής drones για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η ίδια λογική εφαρμόστηκε και στην προστασία των μέσων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ.
Σε υπόγειες εγκαταστάσεις είχαν αποθηκευτεί ταχύπλοα σκάφη, drones και πύραυλοι, προκειμένου να παραμείνουν διαθέσιμα ακόμη και έπειτα από εκτεταμένους βομβαρδισμούς.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα στρατιωτικό σύστημα που μπορούσε να υποστεί σημαντικές απώλειες χωρίς να χάνει αμέσως τη δυνατότητα αντίδρασης.
Το «τόξο της αντίστασης», ο οικονομικός πόλεμος και τα όρια της ιρανικής ισχύος
Η δεύτερη βασική διάσταση της ιρανικής στρατηγικής ήταν η δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου περιφερειακών συμμάχων.
Επί δεκαετίες, η Τεχεράνη χρηματοδοτούσε, εξόπλιζε και υποστήριζε οργανώσεις που εντάσσονται σε αυτό που αποκαλεί «άξονα της αντίστασης».
Στο δίκτυο περιλαμβάνονται η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη, η Χαμάς στη Γάζα, ένοπλες οργανώσεις του Ιράκ που συνδέονται με τις Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης, καθώς και ομάδες στη Συρία.
Η ανάπτυξη αυτού του δικτύου δεν υπήρξε χωρίς προβλήματα.
Τα ισραηλινά πλήγματα κατά της Χεζμπολάχ το 2024 και η πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία αποτέλεσαν σημαντικά πλήγματα για την περιφερειακή επιρροή του Ιράν.
Παρόλα αυτά, οι οργανώσεις που εξακολουθούσαν να διαθέτουν επιχειρησιακές δυνατότητες επέτρεψαν στην Τεχεράνη να επεκτείνει τη σύγκρουση πέρα από τα σύνορά της.
Οι επιθέσεις με drones εναντίον της βρετανικής στρατιωτικής βάσης στο Ακρωτήρι της Κύπρου πραγματοποιήθηκαν από τον Λίβανο.
Παράλληλα, φιλοϊρανικές οργανώσεις στο Ιράκ και στην Υεμένη πραγματοποίησαν επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών πετρελαϊκών υποδομών.
Η αξιοποίηση αυτών των δυνάμεων προσέφερε στο Ιράν τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ενέργειες που δεν μπορούσε εύκολα να εκτελέσει απευθείας ή για τις οποίες προτιμούσε να διατηρεί πολιτική ασάφεια ως προς την ευθύνη.
Η ιρανική στρατηγική βασίστηκε επίσης στη γρήγορη και εκτεταμένη κλιμάκωση.
Από την έναρξη του πολέμου, η Ισλαμική Δημοκρατία εξαπέλυσε χιλιάδες πυραύλους και drones εναντίον γειτονικών αραβικών κρατών.
Στο στόχαστρο βρέθηκαν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις και βάσεις που λειτουργούσαν στις χώρες αυτές.
Οι επιθέσεις ανάγκασαν τις ΗΠΑ να μετακινήσουν ορισμένα αεροσκάφη σε μεγαλύτερες αποστάσεις, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα μέρους των επιχειρήσεών τους.
Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις ανέδειξαν τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής προστασίας προς τους αραβικούς συμμάχους της Ουάσινγκτον.
Το σημαντικότερο μέσο πίεσης της Τεχεράνης, ωστόσο, αποδείχθηκε η δυνατότητα διατάραξης της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Στο Στενό του Ορμούζ, οι ιρανικές δυνάμεις αξιοποίησαν αποθέματα από νάρκες, drones και πυραύλους, δημιουργώντας ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου για τα εμπορικά πλοία.
Η απειλή ήταν αρκετή ώστε να αποτρέψει μεγάλο αριθμό πλοιοκτητών από τη διέλευση.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη κατάφερε να επηρεάσει τη διεθνή οικονομία χωρίς να χρειάζεται να καταστρέψει κάθε πλοίο που επιχειρούσε να περάσει από την περιοχή.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν μια περιορισμένη επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας μέσω του νότιου διαύλου, από την πλευρά του Ομάν, και ενίσχυσαν τον οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν, η Τεχεράνη προσάρμοσε ξανά τις τακτικές της.
Η πίεση μεταφέρθηκε περισσότερο προς την Υεμένη, με τη χρήση των Χούθι για απειλές κατά της σαουδαραβικής παραγωγής πετρελαίου και της εμπορικής κίνησης μέσω του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Η δυνατότητα εναλλαγής μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών και μεθόδων επίθεσης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της ιρανικής στρατηγικής.
Ωστόσο, η ικανότητα συνέχισης του πολέμου δεν συνεπάγεται και δυνατότητα επίτευξης όλων των πολιτικών στόχων της Τεχεράνης.
Οι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις και ο αποκλεισμός αρχίζουν να δημιουργούν αυξανόμενες δυσκολίες για το ιρανικό καθεστώς.
Παράλληλα, οι επιθέσεις εναντίον των αραβικών κρατών έχουν ενισχύσει τη δυσαρέσκεια των κυβερνήσεών τους απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Το διπλωματικό αδιέξοδο επιδεινώθηκε μετά την αποτυχία του μνημονίου κατανόησης του Ιουλίου, την οποία η ιρανική πλευρά απέδωσε στην απρόβλεπτη στάση του Ντόναλντ Τραμπ.
Στην Τεχεράνη εμφανίστηκαν φωνές που υποστήριξαν ότι οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν μέχρι την αποχώρηση του Αμερικανού προέδρου από την εξουσία.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ εξέφρασε την απογοήτευσή του για την αδυναμία του να υποχρεώσει το Ιράν να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι των Φρουρών της Επανάστασης επιδιώκουν μια πολύ ευρύτερη νίκη.
Οι στόχοι τους περιλαμβάνουν τη διατήρηση του καθεστώτος, την ανάπτυξη πυρηνικού οπλικού προγράμματος, την ενίσχυση της ιρανικής κυριαρχίας επί των γειτονικών κρατών, την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από την περιοχή και την ανασυγκρότηση του «άξονα της αντίστασης».
Στο ιδεολογικό υπόβαθρο της Ισλαμικής Δημοκρατίας παραμένει επίσης, από την επανάσταση του 1979, ο στόχος της καταστροφής του Ισραήλ.
Ωστόσο, η άμεση και πλήρης επίτευξη αυτών των επιδιώξεων εμφανίζεται εξαιρετικά απίθανη, ιδιαίτερα υπό το βάρος των οικονομικών κυρώσεων και της εχθρότητας των αραβικών γειτονικών κρατών.
Για να περιοριστεί η πίεση στην ιρανική οικονομία, φαίνεται αναγκαία κάποια μορφή πολιτικής συνεννόησης, γεγονός που επαναφέρει το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το καθεστώς της Τεχεράνης έχει επιβιώσει από τις επιθέσεις, ενώ σκληροπυρηνικά στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης έχουν αναλάβει σημαντικές θέσεις στην ηγεσία.
Από την άλλη πλευρά, η σύγκρουση έχει αποκαλύψει αδυναμίες στον αμερικανικό στρατιωτικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα διαθέσιμα αποθέματα οπλισμού και την προετοιμασία για μια παρατεταμένη αντιπαράθεση με ένα οργανωμένο κράτος.
Η εμπειρία αυτή αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον ανταρτικών οργανώσεων και σε έναν πόλεμο επιβίωσης μεταξύ κρατών που διαθέτουν σημαντικούς στρατιωτικούς πόρους και έχουν προετοιμαστεί επί χρόνια.
Το Ιράν δεν κατάφερε να αποτρέψει τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, αλλά διατήρησε αρκετές δυνατότητες ώστε να συνεχίσει τον πόλεμο και να αυξήσει το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για τους αντιπάλους του. Το κατά πόσο αυτή η αντοχή μπορεί να μετατραπεί σε ευνοϊκή πολιτική συμφωνία παραμένει το σημαντικότερο ερώτημα για την επόμενη φάση της σύγκρουσης.

