Πώς έδυσε ο ήλιος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας – Η οικονομική κατάρρευση και η απώλεια των αποικιών
Η άνοδος, η σταδιακή παρακμή μέσα από δύο παγκόσμιους πολέμους και η τελειωτική απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας.
Λέγεται συχνά ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν μια επικράτεια στην οποία «ο ήλιος δεν έδυε ποτέ». Μπορεί στο άκουσμα αυτού του χιλιοειπωμένου κλισέ να αντιδράτε με μια δόση ειρωνείας, ωστόσο αυτό δεν το καθιστά λιγότερο αληθινό. Στο απόγειο της δύναμής της, η βρετανική ηγεμονία κυβερνούσε περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, ήλεγχε το 25% της χερσαίας μάζας του πλανήτη και, φυσικά, κυριαρχούσε απόλυτα στους ωκεανούς με το πανίσχυρο πολεμικό της ναυτικό.
Παρόλα αυτά, η αυτοκρατορία που κάποτε αγκάλιαζε ολόκληρη την υδρόγειο, σήμερα δεν υπάρχει πια. Έχει περιοριστεί στη μητροπολιτική Βρετανία και σε μια χούφτα μικρών υπερπόντιων εδαφών. Σε αντίθεση με τα περισσότερα αυτοκρατορικά κράτη της ιστορίας, η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν ανατράπηκε από κάποια άλλη, αντίπαλη αυτοκρατορία, ούτε διαλύθηκε κυρίως από επαναστάσεις στο εσωτερικό της. Πώς λοιπόν εξαφανίστηκε; Η απάντηση κρύβεται σε μια σταδιακή αποδόμηση, η οποία υπήρξε το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γεωπολιτικής κόπωσης, οικονομικής κατάρρευσης και αλλαγής των παγκόσμιων ισορροπιών.
Η ψευδαίσθηση της βικτωριανής παντοδυναμίας
Οι αυτοκρατορίες ακμάζουν και παρακμάζουν, και εκείνες που τρέφουν φιλοδοξίες παγκόσμιας κυριαρχίας δεν αποτελούν εξαίρεση. Είτε μιλάμε για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, είτε για το Χαλιφάτο, τους Μογγόλους, την Ισπανική ή τη Ρωσική Αυτοκρατορία, κανένας τιτάνας της ιστορίας δεν ξέφυγε από την αναπόφευκτη πτώση του. Οι αυτοκρατορίες ευημερούν χτίζοντας πάνω στα ερείπια παλαιότερων δυνάμεων, φτάνουν στην κορύφωσή τους και στη συνέχεια παρακμάζουν –αργά ή γρήγορα– λόγω της αλαζονείας, των οικονομικών προβλημάτων, των εξεγέρσεων των υποταγμένων λαών, των δαπανηρών πολέμων ή της εμφάνισης νέων ανταγωνιστών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η κατάρρευση έρχεται από έναν συνδυασμό όλων αυτών των παραγόντων.

Όταν οι παγκόσμιες δυνάμεις βρίσκονται στο ζενίθ της δόξας τους, η επιρροή τους είναι τόσο συντριπτική που η ενδεχόμενη παρακμή τους φαντάζει αδιανόητη. Αυτό ακριβώς ίσχυε για τη Βρετανία στο απόγειο της βικτωριανής εποχής. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το Λονδίνο κέρδιζε πολέμους, κρατούσε μακριά τους ανταγωνιστές του και έλεγχε το παγκόσμιο εμπόριο μέσω της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας του στους ωκεανούς. Κατά συνέπεια, το Λονδίνο ήταν η αδιαφιλονίκητη πρωτεύουσα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Όμως, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, τα πρώτα σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Όπως παρατήρησε ο ιστορικός Ντένις Χίλι, ήδη από το 1880, η Αυτοκρατορία απέδιδε μικρότερο οικονομικό όφελος από ό,τι οι επενδύσεις στην ίδια τη Βρετανία. Την ίδια στιγμή, ο Βρετανός φορολογούμενος πλήρωνε δυόμισι φορές περισσότερα για την άμυνα σε σχέση με τους πολίτες άλλων ανεπτυγμένων χωρών, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το αχανές οικοδόμημα. Η συντήρηση μιας τόσο εκτεταμένης επικράτειας απαιτούσε τεράστια κεφάλαια, τα οποία εξασφαλίζονταν εις βάρος τόσο των αποικιών όσο και της βρετανικής εργατικής τάξης.
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η οικονομική αιμορραγία
Η Βρετανία δεν μπορούσε να παραμείνει στην κορυφή για πάντα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία είχαν ήδη ξεπεράσει τη Βρετανία στην παραγωγή χάλυβα. Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ ήταν υπεύθυνες για σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, η βρετανική λίρα παρέμενε το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και οι Βρετανοί πολίτες κατείχαν τεράστιες ξένες επενδύσεις σε όλο τον κόσμο. Το χρήμα έρεε πίσω στο Σίτι του Λονδίνου, δημιουργώντας μια επίφαση αιώνιας ισχύος.
Το ξέσπασμα όμως του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξε τα δεδομένα δραματικά. Η πρωτοφανής κλίμακα της σύγκρουσης εξάντλησε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το Λονδίνο όχι μόνο χρηματοδότησε τη δική του πολεμική προσπάθεια, αλλά δάνεισε και πάνω από 500 εκατομμύρια λίρες στη Γαλλία και τη Ρωσία. Το συνεχιζόμενο κόστος του πολέμου των χαρακωμάτων έκανε τη Βρετανία όλο και πιο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για κρίσιμες εισαγωγές (τρόφιμα, όπλα, πρώτες ύλες).

Για να αγοράσει αυτά τα αγαθά, η Βρετανία χρειαζόταν δολάρια, οδηγώντας την στην εκποίηση των κρατικών επενδύσεών της στο εξωτερικό. Μέχρι το 1916, η κατάσταση είχε γίνει μη βιώσιμη. Με τη λήξη του πολέμου, παρότι νικήτρια, η Βρετανία χρωστούσε πάνω από 4 δισεκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ. Το συνολικό χρέος εκτοξεύτηκε από τα 650 εκατομμύρια το 1914 στα 7,4 δισεκατομμύρια το 1919. Στη δεκαετία του 1920, το 44% των κρατικών δαπανών πήγαινε μόνο για την πληρωμή των τόκων αυτού του χρέους. Η Νέα Υόρκη είχε πλέον αντικαταστήσει το Λονδίνο ως το κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Το ξύπνημα των αποικιών και η απαίτηση για αυτοδιάθεση
Η νίκη της Βρετανίας στον Μεγάλο Πόλεμο οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στους πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό που είχε αντλήσει από τις αποικίες της. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι κτήσεις αυτές περίμεναν τα ανταλλάγματα. Αυτό σήμαινε αυτονομία, αυτοδιοίκηση και έναν σαφή οδικό χάρτη για τελική ανεξαρτησία.
Σε ορισμένες αποικίες λευκών εποίκων –όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Νότια Αφρική– είχε ήδη παραχωρηθεί «υπεύθυνη κυβέρνηση». Ο Καναδάς είχε γίνει Ντομίνιον το 1867, κυβερνώντας πρακτικά τον εαυτό του, αφήνοντας την άμυνα και την εξωτερική πολιτική στο Λονδίνο. Το καθεστώς αυτό επισημοποιήθηκε με το Καταστατικό του Ουέστμινστερ το 1931, δημιουργώντας τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Η Ιρλανδία είδε αυτό το καθεστώς ως σκαλοπάτι για πλήρη ανεξαρτησία, ενώ ο Καναδάς και η Αυστραλία χαίρονταν να αυτοδιοικούνται διατηρώντας παράλληλα την ομπρέλα προστασίας του βρετανικού ναυτικού.
Όμως, δεν ικανοποιήθηκαν όλα τα αιτήματα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στην Ινδία, το πολύτιμο «πετράδι του στέμματος». Το 1919, όταν οι απαιτήσεις για ινδική αυτονομία κορυφώθηκαν, ο βρετανικός στρατός σκότωσε 400 διαδηλωτές στη Σφαγή του Αμριτσάρ. Ήταν σαφές ότι το Λονδίνο δεν ήθελε να αφήσει την Ινδία. Ωστόσο, επιλέγοντας τη βία, η Βρετανία απλώς καθυστερούσε το αναπόφευκτο. Στην Αίγυπτο και το Ιράκ, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει μια περιορισμένη ανεξαρτησία, διατηρώντας όμως στρατεύματα για να ελέγχει ζωτικά συμφέροντα, όπως η Διώρυγα του Σουέζ.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και το οριστικό τέλος της ισχύος
Ο επόμενος παγκόσμιος πόλεμος έμελλε να αλλάξει τα πάντα. Η Βρετανία θεωρούνταν ακόμα υπερδύναμη, ωστόσο υστερούσε απελπιστικά σε βιομηχανική παραγωγή έναντι των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Οι στρατιωτικές ήττες στα αρχικά στάδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν συντριπτικές. Η μεγαλύτερη όμως καταρράκωση του κύρους της ήρθε το 1942, με την ταπεινωτική ήττα από μια μικρότερη ιαπωνική δύναμη κατά την πολιορκία της Σιγκαπούρης. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ χαρακτήρισε την πτώση της Σιγκαπούρης ως «τη χειρότερη καταστροφή και τη μεγαλύτερη συνθηκολόγηση στη βρετανική ιστορία».
Η στρατηγική του Λονδίνου ήταν ξεκάθαρη: να υπερασπιστεί τα βρετανικά νησιά και να περιμένει τους Αμερικανούς να επέμβουν. Το 1941, η χώρα βρισκόταν στο χείλος της χρεοκοπίας και στηρίχθηκε πλήρως στο πρόγραμμα Lend-Lease των ΗΠΑ, με την αμερικανική βοήθεια να αγγίζει τα 31,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Μεταπολεμικά, η Βρετανία χρειάστηκε επιπλέον δάνεια 3,75 δισ. δολαρίων από τις ΗΠΑ (τα οποία αποπληρώθηκαν μόλις το 2006). Μπορεί να κέρδισε τον πόλεμο κατά του Ναζισμού, όμως είχε χάσει οριστικά το στάτους της υπερδύναμης. Η οικονομία της ήταν κατεστραμμένη και το διεθνές της κύρος είχε εξαφανιστεί.
Το σημείο καμπής ήρθε τον Φεβρουάριο του 1947, όταν το Λονδίνο ομολόγησε στην Ουάσιγκτον ότι δεν διέθετε πλέον τους πόρους για να υπερασπιστεί την Ελλάδα και την Τουρκία απέναντι στη σοβιετική απειλή. Η απάντηση του μετέπειτα Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Ντιν Άτσεσον, ήταν κυνική αλλά ακριβής: «Οι Βρετανοί τελείωσαν».
Ο ψυχρός πόλεμος, το Σουέζ και η αναπόφευκτη αποαποικιοποίηση
Στη μεταπολεμική εποχή, η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης στις αποικίες έκανε τη διάλυση της Αυτοκρατορίας ζήτημα χρόνου. Η Βρετανία αδυνατούσε πλέον να καταστείλει κινήματα ανεξαρτησίας, κυρίως λόγω του τεράστιου οικονομικού βάρους. Παράλληλα, μπήκαν στο παιχνίδι οι συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου.
Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση διαγκωνίζονταν για την επιρροή στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Ο αντιαποικιοκρατικός αέρας που έπνεε παγκοσμίως, καθιστούσε τη βρετανική επιμονή διατήρησης των αποικιών εμπόδιο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο Πρόεδρος Τρούμαν άσκησε έντονες πιέσεις, δηλώνοντας ότι «ο παλιός ιμπεριαλισμός δεν έχει θέση στα σχέδιά μας».
Το πρώτο και μεγαλύτερο ντόμινο που έπεσε ήταν η Ινδία το 1947, με τον Πρωθυπουργό Κλέμεντ Άτλι να δίνει εντολή στον Λόρδο Μαουντμπάτεν να αποχωρήσει η Βρετανία. Ακολούθησαν ραγδαία η Κεϋλάνη, η Μιανμάρ, η Παλαιστίνη, και στη δεκαετία του ’50 το Σουδάν, η Γκάνα, η Μαλαισία και η Κύπρος.
Το τελειωτικό όμως χτύπημα στο βρετανικό γόητρο ήρθε με την Κρίση του Σουέζ το 1956. Όταν ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ εθνικοποίησε τη διώρυγα, η Βρετανία, μαζί με τη Γαλλία και το Ισραήλ, εισέβαλαν στρατιωτικά. Παρά τη στρατιωτική επιτυχία, η διπλωματική καταστροφή ήταν απόλυτη. Οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ καταδίκασαν την εισβολή, με τον Αϊζενχάουερ να απειλεί με οικονομικό στραγγαλισμό μέσω του ΔΝΤ. Σε μόλις εννέα ημέρες, το Λονδίνο αναγκάστηκε σε ταπεινωτική απόσυρση, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν ανήκε πια στο κλειστό κλαμπ των παγκόσμιων ρυθμιστών.
Η σημερινή πραγματικότητα και ο ρόλος του εταίρου
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η συντριπτική πλειοψηφία των αποικιών είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της. Η αποδόμηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας είχε πλέον ολοκληρωθεί. Σήμερα, το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί την κυριαρχία του σε 14 μόλις υπερπόντια εδάφη, όπως το Γιβραλτάρ, οι Βερμούδες και τα Νησιά Φώκλαντ – εδάφη που σε καμία περίπτωση δεν θυμίζουν τις ένδοξες βικτωριανές μέρες της απόλυτης κυριαρχίας.
Αυτό που κάποτε ήταν το ισχυρότερο έθνος του κόσμου, κατέρρευσε υπό το βάρος των οικονομικών του προβλημάτων, της εξάντλησης από δύο καταστροφικούς Παγκόσμιους Πολέμους και της ανάδειξης νέων, πλουσιότερων και ισχυρότερων παικτών στη διεθνή σκακιέρα. Σήμερα, παρότι διατηρεί στενές σχέσεις με πρώην κτήσεις της, η Βρετανία έχει αποδεχθεί τον ρόλο του –πολύτιμου μεν, μικρότερου δε– εταίρου στον συνασπισμό του δυτικού κόσμου, του οποίου πλέον ηγείται αποκλειστικά η Ουάσιγκτον.

