Κραχ 1929: Ο άνθρωπος που γκρέμισε τον κόσμο – Η άνοδος και η πτώση του «Sunshine Charlie»
Η ιστορία του Charles Mitchell, του τραπεζίτη που μετέτρεψε το αμερικανικό όνειρο σε παγκόσμιο εφιάλτη, παραμένει μια ανατριχιαστική υπενθύμιση του πώς η απληστία μπορεί να ντυθεί τον μανδύα του «εκδημοκρατισμού» των αγορών
24 Οκτωβρίου 1929. «Μαύρη Πέμπτη». Σε μόλις έξι ώρες, οι Αμερικανοί είδαν 14 δισεκατομμύρια δολάρια να γίνονται καπνός – ένα ποσό μεγαλύτερο από ολόκληρη την τότε οικονομία του Καναδά. Ο πανικός ήταν τέτοιος που 13 εκατομμύρια μετοχές άλλαξαν χέρια, οι τηλεφωνικές γραμμές κατέρρευσαν και η επαφή με το χρηματιστήριο διακόπηκε. Όμως, πίσω από τους στεγνούς αριθμούς και τις εικόνες απόγνωσης, κρυβόταν η σκιά ενός και μόνο ανθρώπου: του Charles Mitchell.

Ο «Sunshine Charlie», όπως τον αποκαλούσαν οι εφημερίδες, δεν ήταν ένας τυχαίος τραπεζίτης. Ήταν ο πιο δημοφιλής άνδρας της Wall Street, ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να κάνει κάθε Αμερικανό καπιταλιστή. Επτά μήνες πριν από το μεγάλο κραχ, ο Mitchell εκστόμισε μια φράση που υποτίθεται ότι θα έσωζε την οικονομία· αντ’ αυτού, πυροδότησε τον μηχανισμό της πιο τρομερής οικονομικής κατάρρευσης στην ανθρώπινη ιστορία.
Η Γέννηση ενός «Εμπόρου Ονείρων»
Ο Mitchell γεννήθηκε το 1877 σε μια οικογένεια αγροτών στη Μασαχουσέτη. Τίποτα δεν προμήνυε ότι ο γιος ενός απλού ανθρώπου θα γινόταν ο ισχυρότερος τραπεζίτης των ΗΠΑ. Το 1919 ανέλαβε τη National City Bank, τη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας. Τότε, οι μετοχές ήταν παιχνίδια για τους λίγους – λιγότερο από το 1% του πληθυσμού κατείχε τίτλους. Ο Mitchell όμως είδε μια «χρυσή» ευκαιρία.

«Γιατί ο πλούτος να ανήκει μόνο στους πλούσιους;» αναρωτήθηκε. Με τη δημιουργία της National City Company, μετέτρεψε την πώληση μετοχών σε τέχνη. Οι υπάλληλοί του δεν ήταν βαρετοί γραφειοκράτες, αλλά «έμποροι ονείρων». Εκπαιδευμένοι να εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη απληστία και την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, τοποθετήθηκαν σε 69 υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα. Η διαφήμιση ήταν επαναστατική: «Γίνετε πλούσιοι επενδύοντας μόνο 15 δολάρια το μήνα».
Η Παγίδα των Δανείων και το Περιθώριο Κέρδους
Το πραγματικό «δαιμόνιο» του Mitchell όμως ήταν το σύστημα των margin loans (αγορά με περιθώριο). Έπεισε τους απλούς πολίτες ότι μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές καταβάλλοντας μόνο το 10% της αξίας τους, δανειζόμενοι το υπόλοιπο 90% από την τράπεζα. Ήταν η τέλεια ψευδαίσθηση: αν η μετοχή ανέβαινε 20%, ο επενδυτής διπλασίαζε τα χρήματά του.
Από το 1925 έως το 1929, ο όγκος των δανείων για αγορά μετοχών εκτινάχθηκε κατά 425%. Δασκάλες υποθήκευαν τα σπίτια τους, αγρότες πουλούσαν το βιος τους και μηχανικοί έδιναν τους μισθούς μηνών για να αγοράσουν «χαρτιά». Ο Mitchell αποθεωνόταν ως ο δημοκρατιστής της Wall Street. Το 1928, τα προσωπικά του κέρδη άγγιξαν τα 1,2 εκατομμύρια δολάρια – περίπου 20 εκατομμύρια σε σημερινά χρήματα.
Η Στιγμή που η Φούσκα Άρχισε να Τρίζει
Την άνοιξη του 1929, η Federal Reserve άρχισε να ανησυχεί. Η αγορά ήταν υπερθερμασμένη. Στις 6 Φεβρουαρίου, η κεντρική τράπεζα ζήτησε από τις τράπεζες να σταματήσουν τα δάνεια για κερδοσκοπία. Η αγορά αντέδρασε με πτώση. Τότε ήταν που ο Mitchell έκανε την κίνηση που άλλαξε την ιστορία: σε μια συνέντευξη τύπου, δήλωσε πως η National City Bank θα παρείχε όλη τη ρευστότητα που χρειαζόταν η αγορά.
Ο «Sunshine Charlie» φάνηκε να σώζει την παρτίδα. Οι μετοχές ανέκαμψαν, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά το καλοκαίρι του 1929. Όμως, πίσω από τη βιτρίνα, η μαθηματική καταστροφή παραμόνευε. Κάθε δολάριο στην αγορά υποστηριζόταν από μόλις 10 σεντς πραγματικού χρήματος. Μια πτώση 10% σήμαινε ότι ο επενδυτής έχανε τα πάντα.
Το Φαινόμενο του Ντόμινο και η Μαύρη Τρίτη
Το «έξυπνο χρήμα» άρχισε να αποσύρεται σιωπηλά. Ο Joseph Kennedy είπε αργότερα το περίφημο: «Όταν ο λούστρος άρχισε να μου δίνει συμβουλές για μετοχές, ήξερα ότι ήρθε η ώρα να πουλήσω». Τον Οκτώβριο, το ντόμινο ξεκίνησε. Οι τιμές υποχώρησαν, οι τράπεζες ζήτησαν πρόσθετες εγγυήσεις που οι επενδυτές δεν είχαν, και οι αναγκαστικές πωλήσεις οδήγησαν σε ελεύθερη πτώση.
Στις 29 Οκτωβρίου, τη «Μαύρη Τρίτη», η καταστροφή ολοκληρώθηκε. Οι αυτοκτονίες εκτινάχθηκαν κατά 30%. Άνθρωποι που χθες ένιωθαν εκατομμυριούχοι, βρέθηκαν να πηδούν από τη γέφυρα του Μπρούκλιν ή να ζουν σε χαρτόκουτα στις περιβόητες Hoovervilles. Η Μεγάλη Ύφεση θα διαρκούσε 10 χρόνια, αφήνοντας 25 εκατομμύρια ανθρώπους άνεργους.
Η Νέμεση και η Κληρονομιά του Mitchell
Το 1933, ο Mitchell οδηγήθηκε ενώπιον του Κογκρέσου. Η απάντησή του στην κατηγορία ότι κατέστρεψε εκατομμύρια οικογένειες ήταν κυνική: «Ήθελα να δώσω στους ανθρώπους την ευκαιρία να πλουτίσουν». Δικάστηκε για φοροδιαφυγή και παραιτήθηκε με πλήρη ατίμωση. Αν και η τράπεζά του επέζησε και μάλιστα ισχυροποιήθηκε απορροφώντας ανταγωνιστές, ο ίδιος πέθανε το 1955 στη λήθη, χωρίς να αναγνωρίσει ποτέ το μερίδιο της ευθύνης του.
Η καταστροφή οδήγησε στον νόμο Glass-Steagall, που διαχώρισε τις εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, και στη δημιουργία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC). Η Αμερική ορκίστηκε «ποτέ ξανά». Ωστόσο, σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, οι ομοιότητες τρομάζουν.
Η Ιστορία που Επαναλαμβάνεται ως Φάρσα
Σήμερα, 50 εκατομμύρια Αμερικανοί ανταλλάσσουν μετοχές μέσω smartphones. Εφαρμογές υπόσχονται ξανά τον «εκδημοκρατισμό» των οικονομικών, ενώ τα δάνεια margin έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Το κρυπτονόμισμα και οι meme stocks είναι το νέο «χρυσό όνειρο». Η ιστορία του Charles Mitchell μας διδάσκει ότι οι καλές προθέσεις –ή το προπέτασμα καπνού αυτών– μπορούν να οδηγήσουν στην άβυσσο. Όταν ακούτε για εύκολο χρήμα, θυμηθείτε τον «Sunshine Charlie» και αναρωτηθείτε ποιος είναι ο πραγματικός κερδισμένος.
