Οι ΗΠΑ αλλάζουν για πάντα τον τρόπο που φορολογούν
3 Οκτωβρίου 1913
Στις 3 Οκτωβρίου 1913, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Woodrow Wilson υπέγραψε τον νόμο που έμεινε γνωστός ως Underwood-Simmons Tariff Act ή Revenue Act of 1913. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη δημοσιονομική ιστορία των ΗΠΑ, επειδή συνδύασε δύο κινήσεις που θα άλλαζαν σε βάθος τον τρόπο χρηματοδότησης του ομοσπονδιακού κράτους: τη μεγάλη μείωση των εισαγωγικών δασμών και την καθιέρωση ενός σύγχρονου ομοσπονδιακού φόρου εισοδήματος. Το επίσημο κείμενο του νόμου καταγράφει ότι εγκρίθηκε στις 9.10 μ.μ. της 3ης Οκτωβρίου 1913.
Μέχρι τότε, οι δασμοί αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων της αμερικανικής κυβέρνησης. Το νέο πλαίσιο μείωσε αισθητά τα προστατευτικά τέλη σε πολλά προϊόντα και έβαλε σημαντικά αγαθά, όπως κρέας, αλεύρι, άνθρακα, σιδηρομετάλλευμα, ξυλεία και γεωργικά μηχανήματα, σε ευνοϊκότερη δασμολογική μεταχείριση. Στόχος της κυβέρνησης Wilson ήταν να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να μειωθεί το κόστος για τους καταναλωτές.
Το σημαντικότερο όμως βρισκόταν στη δεύτερη πλευρά του νόμου. Μετά την επικύρωση της 16ης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορούσε πλέον να επιβάλλει φόρο εισοδήματος χωρίς την προηγούμενη συνταγματική αβεβαιότητα. Ο νέος φόρος ξεκινούσε με βασικό συντελεστή 1% για εισοδήματα άνω των 3.000 δολαρίων, ενώ αφορούσε τότε μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού. Η Επιτροπή Οικονομικών της Γερουσίας σημειώνει ότι ο πρώτος αυτός φόρος ειρηνικής περιόδου επιβάρυνε περίπου το 2% του εργατικού δυναμικού.
Η οικονομική σημασία της μεταρρύθμισης αποδείχθηκε τεράστια. Οι ΗΠΑ άρχισαν σταδιακά να μετακινούνται από ένα σύστημα κρατικών εσόδων που βασιζόταν κυρίως στο εμπόριο και στους δασμούς προς ένα φορολογικό μοντέλο που στηριζόταν ολοένα περισσότερο στο εισόδημα φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.
Η 3η Οκτωβρίου 1913 σηματοδοτεί επομένως μια καθοριστική αλλαγή: το αμερικανικό κράτος απέκτησε έναν μηχανισμό εσόδων που θα του επέτρεπε αργότερα να χρηματοδοτήσει πολέμους, κοινωνικά προγράμματα, υποδομές και την τεράστια επέκταση του δημόσιου τομέα του 20ού αιώνα.
