Οι ΗΠΑ αγοράζουν μετοχές για να σώσουν τις τράπεζες

14 Οκτωβρίου 2008

Οι ΗΠΑ αγοράζουν μετοχές για να σώσουν τις τράπεζες

Στις 14 Οκτωβρίου 2008 η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έκανε κάτι που μέχρι λίγες εβδομάδες νωρίτερα θα φαινόταν πολιτικά αδιανόητο: ανακοίνωσε ότι θα χρησιμοποιούσε έως 250 δισ. δολάρια δημόσιου χρήματος για να αγοράσει προνομιούχες μετοχές αμερικανικών τραπεζών. Το Capital Purchase Program αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες παρεμβάσεις του κράτους στο ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα στην αμερικανική ιστορία.

σχετικά άρθρα

Η απόφαση ελήφθη σε ένα περιβάλλον ακραίου φόβου. Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι πιστωτικές αγορές είχαν παγώσει, οι τράπεζες απέφευγαν να δανείσουν η μία την άλλη και επιχειρήσεις και καταναλωτές δυσκολεύονταν να βρουν χρηματοδότηση. Ο υπουργός Οικονομικών Χένρι Πόλσον παραδεχόταν ότι η συμμετοχή του κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο ιδιωτικών εταιρειών ήταν αντίθετη με την παραδοσιακή αμερικανική οικονομική φιλοσοφία, αλλά υποστήριζε ότι η εναλλακτική —η κατάρρευση της πίστωσης— ήταν απαράδεκτη.

Εννέα από τους μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είχαν ήδη συμφωνήσει να δεχθούν συνολικά 125 δισ. δολάρια κεφαλαίων. Η κυβέρνηση θα αποκτούσε προνομιούχες μετοχές, οι οποίες απέδιδαν μέρισμα 5% για τα πρώτα πέντε χρόνια και 9% στη συνέχεια. Οι συμμετέχουσες τράπεζες αποδέχονταν παράλληλα περιορισμούς στις αμοιβές στελεχών και στα λεγόμενα golden parachutes.

Η κίνηση σηματοδότησε και μια θεμελιώδη αλλαγή στη στρατηγική του TARP. Η αρχική πρόθεση ήταν η αγορά προβληματικών στεγαστικών τίτλων από τις τράπεζες. Καθώς όμως η κρίση επιδεινωνόταν, το υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε ότι η απευθείας έγχυση κεφαλαίων ήταν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη.

Η 14η Οκτωβρίου 2008 έδειξε πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η οικονομική ορθοδοξία σε συνθήκες συστημικού κινδύνου. Όταν απειλείται η λειτουργία της πίστωσης, το κράτος μπορεί να περάσει μέσα σε λίγες ημέρες από τον ρόλο του ρυθμιστή στον ρόλο του επενδυτή και μετόχου.