Στις 5 Μαΐου 1893, η Wall Street βίωσε τη δική της «Μαύρη Παρασκευή», πυροδοτώντας μια από τις χειρότερες οικονομικές υφέσεις στην αμερικανική ιστορία πριν από το Κραχ του 1929. Η αφορμή δόθηκε από την κατάρρευση της National Cordage Company, του ισχυρότερου μονοπωλίου σχοινιών της εποχής, αλλά η πραγματική αιτία βρισκόταν αλλού: στην ανεξέλεγκτη, κερδοσκοπική επέκταση των σιδηροδρόμων. Οι αγορές είχαν πλημμυρίσει με ρευστότητα και υπερβολική αισιοδοξία, χρηματοδοτώντας γραμμές που δεν είχαν κανένα οικονομικό αντίκρισμα, τροφοδοτούμενες από έναν άκρατο δανεισμό.
Όταν η ρευστότητα στέρεψε και η εμπιστοσύνη κατέρρευσε, το ντόμινο ήταν αμείλικτο. Χωρίς την ύπαρξη μιας κεντρικής τράπεζας για να λειτουργήσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης, πάνω από 500 τράπεζες έκλεισαν και 15.000 επιχειρήσεις πτώχευσαν. Το 1893 αποτελεί ένα κλασικό μάθημα για τη δυναμική των τεχνολογικών φουσκών. Ο σιδηρόδρομος ήταν η «Τεχνητή Νοημοσύνη» του 19ου αιώνα: μια μετασχηματιστική τεχνολογία που προσέλκυσε «χαζό χρήμα» (dumb money). Σήμερα, καθώς παρατηρούμε τις αστρονομικές αποτιμήσεις των εταιρειών tech και την κούρσα εξοπλισμών γύρω από τα microchips, το φάντασμα του 1893 μας υπενθυμίζει ότι κάθε τεχνολογική επανάσταση περνάει αναπόφευκτα από τη φάση της βάναυσης διόρθωσης. Το κεφάλαιο πάντα τιμωρεί την υπερεπέκταση, επιστρέφοντας τα fundamentals στο προσκήνιο.
