Στις 6 Μαΐου 1935, σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της αμερικανικής οικονομικής ιστορίας, ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ υπέγραψε το Εκτελεστικό Διάταγμα 7034, ιδρύοντας τη Works Progress Administration (WPA). Η αμερικανική οικονομία βρισκόταν στα βάθη της Μεγάλης Ύφεσης, με την ανεργία να μαστίζει πάνω από το 20% του εργατικού δυναμικού και τις ιδιωτικές επενδύσεις να έχουν πρακτικά στερέψει. Η ίδρυση της WPA ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του δεύτερου New Deal, μιας τολμηρής κεϋνσιανής προσέγγισης που βασιζόταν στην ιδέα ότι το κράτος πρέπει να παρέμβει δυναμικά για να τονώσει τη ζήτηση και να κυκλοφορήσει χρήμα στην αγορά.
Η WPA δεν παρείχε απλώς επιδόματα, αλλά δημιουργούσε θέσεις εργασίας. Με έναν αρχικό προϋπολογισμό μαμούθ που άγγιζε τα 4,9 δισεκατομμύρια δολάρια (ποσό αστρονομικό για τα δεδομένα της εποχής που αντιστοιχούσε σε τεράστιο ποσοστό του ΑΕΠ), ο οργανισμός ανέλαβε να προσλάβει εκατομμύρια ανειδίκευτους άνδρες και γυναίκες. Οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν σε ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα δημοσίων έργων που άλλαξε ριζικά το τοπίο των υποδομών των ΗΠΑ. Κατασκευάστηκαν ή επισκευάστηκαν πάνω από 650.000 μίλια δρόμων, χιλιάδες σχολεία, νοσοκομεία, γέφυρες και πάρκα, προσφέροντας μισθούς που στήριξαν άμεσα χιλιάδες οικογένειες.
Πέρα από τα βαριά κατασκευαστικά έργα, το πρόγραμμα είχε και μια μοναδική ολιστική οικονομική λογική, εντάσσοντας το “Federal Project Number One”, το οποίο έδωσε δουλειά σε ανέργους καλλιτέχνες, συγγραφείς και μουσικούς. Μέχρι την κατάργησή της το 1943, όταν η οικονομία είχε αρχίσει να ανακάμπτει ραγδαία λόγω της πολεμικής παραγωγής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η WPA είχε προσφέρει δουλειά σε περισσότερα από 8,5 εκατομμύρια άτομα. Η κεϋνσιανή αυτή πρακτική απέδειξε ότι η μεγάλης κλίμακας κρατική δαπάνη μπορεί να ανακόψει την οικονομική κατάρρευση, να αυξήσει την αγοραστική δύναμη και να αποτρέψει την απόλυτη κοινωνική διάλυση.
