Στην απόφαση-σταθμό NLRB v. Fansteel Metallurgical Corp., το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κηρύσσει παράνομες τις καταλήψεις εργοστασίων από τους εργάτες (sit-down strikes). Στη δεκαετία του 1930, οι εργάτες είχαν βρει το απόλυτο όπλο: δεν απεργούσαν απλώς εκτός του εργοστασίου (όπου θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από απεργοσπάστες), αλλά κατελάμβαναν τον χώρο και τις μηχανές, διακόπτοντας πλήρως την παραγωγή.
Αυτή η δικαστική απόφαση έδωσε πίσω στο Κεφάλαιο τον πλήρη έλεγχο των μέσων παραγωγής. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία (property rights) υπερισχύει του δικαιώματος στην απεργία και τη συλλογική διαπραγμάτευση. Οικονομικά, αυτή η μέρα καθόρισε τους κανόνες του παιχνιδιού για την αμερικανική αγορά εργασίας για τον επόμενο αιώνα: οι ενώσεις επιτρέπονται, αλλά η παρεμπόδιση της παραγωγής μέσω κατάληψης της ιδιοκτησίας είναι έγκλημα.
Σήμερα, η σύγκρουση Κεφαλαίου και Εργασίας έχει μεταφερθεί από τα εργοστάσια χάλυβα στα κέντρα δεδομένων και τις αποθήκες της Amazon. Καθώς βλέπουμε νέες μορφές συνδικαλισμού στους εργαζόμενους της τεχνολογίας, οι οποίοι προσπαθούν να διακόψουν την παραγωγή αλγορίθμων ή υπηρεσιών (ψηφιακά “sit-downs”), το φάντασμα της υπόθεσης Fansteel επανέρχεται. Ο νόμος παραμένει ο ίδιος: το σύστημα πάντα θα προστατεύει τον ιδιοκτήτη της υποδομής, είτε πρόκειται για έναν τόρνο του 1930 είτε για έναν server του 2024.

