Η Wall Street ανασαίνει μετά τη Μαύρη Δευτέρα
20 Οκτωβρίου 1987
Μία ημέρα μετά τη μεγαλύτερη ποσοστιαία ημερήσια κατάρρευση στην ιστορία του αμερικανικού χρηματιστηρίου, η Wall Street επιχείρησε να σταθεί ξανά στα πόδια της. Στις 20 Οκτωβρίου 1987, ο δείκτης Dow Jones Industrial Average έκλεισε στις 1.841,01 μονάδες, σημειώνοντας άνοδο 102,27 μονάδων ή περίπου 5,9%. Ήταν η μεγαλύτερη άνοδος σε μονάδες που είχε καταγράψει μέχρι τότε ο δείκτης, αλλά δεν αρκούσε για να εξαφανίσει τον πανικό της προηγούμενης ημέρας.
Στις 19 Οκτωβρίου, που έμεινε στην ιστορία ως «Μαύρη Δευτέρα», ο Dow Jones είχε χάσει 508 μονάδες, δηλαδή 22,6% της αξίας του μέσα σε μία συνεδρίαση. Η κατάρρευση είχε συγκλονίσει τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, προκαλώντας φόβους για μια νέα μεγάλη οικονομική κρίση.
Η συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου εξελίχθηκε σε πραγματικό χρηματιστηριακό θρίλερ. Ο Dow Jones βρέθηκε προσωρινά περίπου 200 μονάδες υψηλότερα, στη συνέχεια γύρισε σε αρνητικό έδαφος και τελικά έκλεισε με σημαντικά κέρδη. Ο όγκος συναλλαγών παρέμεινε εξαιρετικά υψηλός, ενώ μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις ανακοίνωσαν προγράμματα επαναγοράς ιδίων μετοχών, επιχειρώντας να αξιοποιήσουν τις χαμηλές αποτιμήσεις.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed). Υπό την ηγεσία του Alan Greenspan, η κεντρική τράπεζα διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμη να προσφέρει ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η παρέμβαση αυτή αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τον τρόπο αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων.
Το κραχ του 1987 ανέδειξε επίσης τους κινδύνους των αυτοματοποιημένων στρατηγικών πώλησης, ιδίως του λεγόμενου portfolio insurance, καθώς και τις αδυναμίες των συστημάτων συναλλαγών σε συνθήκες ακραίου πανικού.
Η εμπειρία συνέβαλε στη μετέπειτα καθιέρωση μηχανισμών προσωρινής διακοπής συναλλαγών, των γνωστών circuit breakers, που στοχεύουν στον περιορισμό των ανεξέλεγκτων πωλήσεων.
Η 20ή Οκτωβρίου 1987 υπενθυμίζει ότι η ανάκαμψη των χρηματιστηρίων δεν σημαίνει απαραίτητα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Οι αγορές μπορούν να ανακτήσουν εκατοντάδες μονάδες μέσα σε λίγες ώρες, αλλά η αποκατάσταση της ψυχολογίας των επενδυτών απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο.
