Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνει την πιο βαριά μακροοικονομική απόφαση της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας: ανακοινώνει επίσημα τα 11 κράτη-μέλη που πληρούν τα κριτήρια σύγκλισης του Μάαστριχτ και θα υιοθετήσουν το ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999 (η Ελλάδα ακολούθησε λίγο αργότερα), θέτοντας ταυτόχρονα τις βάσεις για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Από αυστηρά οικονομική σκοπιά, η 2α Μαΐου 1998 ήταν η μέρα που η πολιτική βούληση επιβλήθηκε βίαια πάνω στην οικονομική πραγματικότητα. Οι αρχιτέκτονες της ΟΝΕ (Οικονομική και Νομισματική Ένωση) γνώριζαν ότι η Ευρώπη δεν αποτελούσε μια «Άριστη Νομισματική Περιοχή» (Optimum Currency Area). Ένωσαν τον βιομηχανικό, πλεονασματικό Βορρά με τον καταναλωτικό, ελλειμματικό Νότο κάτω από ένα κοινό νόμισμα και ένα ενιαίο επιτόκιο, αφαιρώντας το απόλυτο εργαλείο εξισορρόπησης: την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος.
Η αγορά αντέδρασε άμεσα. Το ρίσκο χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία εξισώθηκε τεχνητά με αυτό της Γερμανίας. Αυτή η νομισματική ψευδαίσθηση οδήγησε σε μια πρωτοφανή πιστωτική επέκταση, καθώς το φθηνό χρήμα έρευσε μαζικά προς την περιφέρεια, φουσκώνοντας φούσκες στα ακίνητα και εκτοξεύοντας το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος. Η μέρα αυτή γέννησε ένα νομισματικό οικοδόμημα χωρίς δημοσιονομική ένωση, ένα δομικό λάθος που θα εκραγεί με κρότο μόλις δώδεκα χρόνια αργότερα.
