Η Maersk δοκιμάζει τον νέο δρόμο της Αρκτικής
28 Σεπτεμβρίου 2018
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2018, το containership Venta Maersk έφθασε στην Αγία Πετρούπολη ολοκληρώνοντας μια δοκιμαστική διέλευση της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού, της διαδρομής που περνά κατά μήκος των βόρειων ακτών της Ρωσίας και συνδέει τον Ειρηνικό με την Ευρώπη μέσω της Αρκτικής. Ήταν μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές όπου η κλιματική αλλαγή συναντούσε απευθείας τα οικονομικά της παγκόσμιας ναυτιλίας.
Το Venta Maersk είχε αποπλεύσει από το Βλαδιβοστόκ στις 22 Αυγούστου. Πέρασε από το στενό του Bering στις 6 Σεπτεμβρίου και έφτασε στην Αγία Πετρούπολη έπειτα από 37 ημέρες. Η Maersk χαρακτήριζε εξαρχής την αποστολή δοκιμαστική και εφάπαξ, με στόχο να ελεγχθούν το πλοίο, τα συστήματά του, οι δυνατότητες του πληρώματος και η χερσαία επιχειρησιακή υποστήριξη.
Το οικονομικό διακύβευμα ήταν τεράστιο. Η παραδοσιακή θαλάσσια σύνδεση μεταξύ Ανατολικής Ασίας και Ευρώπης περνά κυρίως μέσω του Ινδικού Ωκεανού και του Σουέζ. Μια βιώσιμη αρκτική οδός θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει σημαντικά την απόσταση σε ορισμένες διαδρομές μεταξύ βορειοανατολικής Ασίας και βόρειας Ευρώπης, περιορίζοντας ημέρες ταξιδιού, κατανάλωση καυσίμων και κόστος κεφαλαίου.
Όμως η εικόνα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Η διαδρομή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο εποχικά, απαιτούσε ice-class πλοία, ειδικές επιχειρησιακές δυνατότητες και σε ορισμένα σημεία υποστήριξη παγοθραυστικών. Η ίδια η Maersk τόνιζε τότε ότι δεν θεωρούσε τη Northern Sea Route εμπορικά βιώσιμη εναλλακτική στο υπάρχον δίκτυό της.
Κι όμως, η δοκιμή έφερε στο επίκεντρο ένα τεράστιο οικονομικό ερώτημα. Η υποχώρηση των πάγων της Αρκτικής δημιουργούσε πιθανότητες για νέες θαλάσσιες εμπορικές αρτηρίες, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε μια από τις πιο ορατές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Για τη διεθνή ναυτιλία αυτό σημαίνει ένα δύσκολο μείγμα ευκαιρίας και κινδύνου: νέες διαδρομές, πιθανές επενδύσεις σε λιμάνια και πλοία, αλλά και ακραίες περιβαλλοντικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.
Η άφιξη του Venta Maersk στις 28 Σεπτεμβρίου 2018 δεν άνοιξε αυτομάτως έναν νέο «θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού». Έδειξε όμως ότι ο παγκόσμιος χάρτης του εμπορίου, που για δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν σταθερός, μπορούσε να αρχίσει να αλλάζει εξαιτίας του κλίματος, της τεχνολογίας και των νέων οικονομικών υπολογισμών.

