Η κατάργηση νομίσματος και ο δομικός πληθωρισμός
31 Ιουλίου 1969
Η απόσυρση της ιστορικής βρετανικής μισής πένας (halfpenny) από την κυκλοφορία, ενόψει της δεκαδικοποίησης της λίρας, δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα, ήταν η απόλυτη και κυνική παραδοχή της διάβρωσης της αγοραστικής δύναμης του νομίσματος. Για αιώνες, η μισή πένα αποτελούσε τη βάση των καθημερινών συναλλαγών της εργατικής τάξης. Όμως, η αύξηση της προσφοράς χρήματος και οι πληθωριστικές πιέσεις του μεταπολεμικού κόσμου κατέστησαν το κόστος κοπής της μεγαλύτερο από την ίδια την ονομαστική της αξία. Ήταν ένα πρώιμο σύμπτωμα της εποχής του παραστατικού χρήματος (fiat money) που θα ακολουθούσε την οριστική κατάρρευση του κανόνα του χρυσού.
Σήμερα, παρατηρώντας την επιμονή του σύγχρονου πληθωρισμού, η ιστορία του βρετανικού νομίσματος μοιάζει τρομακτικά επίκαιρη. Οι σύγχρονες κεντρικές τράπεζες τύπωσαν αλόγιστα τρισεκατομμύρια μέσα από δεκαετή προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης (QE), εξαερώνοντας σιωπηλά την αξία των αποταμιεύσεων. Όταν ένα κράτος καταργεί τη μικρότερη νομισματική του μονάδα, ομολογεί σιωπηλά την ανικανότητά του να προστατεύσει τον πλούτο των πολιτών του. Το σημερινό κόστος διαβίωσης και η στεγαστική κρίση δεν είναι τυχαία φαινόμενα, αλλά η μαθηματική κατάληξη μιας νομισματικής πολιτικής που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το δυσθεώρητο κρατικό χρέος μέσω της υποτίμησης, αναδιανέμοντας βίαια τον πλούτο από τους αποταμιευτές στους δανειολήπτες.

