Η κυβέρνηση των Εργατικών (New Labour) του Τόνι Μπλερ θέτει σε ισχύ τον Νόμο περί Εθνικού Κατώτατου Μισθού, ορίζοντας για πρώτη φορά ένα καθολικό νομικό “πάτωμα” (price floor) στις αμοιβές, αρχικά στις 3,60 λίρες την ώρα. Οι συντηρητικοί επικριτές και οι ενώσεις εργοδοτών είχαν προβλέψει ότι αυτή η κρατική παρέμβαση θα οδηγούσε σε μαζικές απολύσεις και εκτόξευση της ανεργίας.
Οι καταστροφολογικές προβλέψεις δεν επαληθεύτηκαν ποτέ. Η 1η Απριλίου 1999 αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα macro case studies που διέψευσαν την απλοϊκή νεοκλασική θεωρία. Απέδειξε την ύπαρξη του Μονοψωνίου (Monopsony) στην αγορά εργασίας: όταν οι εργοδότες έχουν υπερβολική δύναμη να καθορίζουν τους μισθούς επειδή οι εργάτες δεν έχουν εναλλακτικές, το κράτος μπορεί να επιβάλει μια αύξηση χωρίς να προκαλέσει απολύσεις.
Ο κατώτατος μισθός οδήγησε σε μείωση της ακραίας φτώχειας, ενώ ταυτόχρονα τόνωσε τη Συνολική Ζήτηση (Aggregate Demand), καθώς οι χαμηλόμισθοι ξόδευαν αμέσως το επιπλέον εισόδημά τους πίσω στην τοπική οικονομία. Ήταν η μέρα που οι ρυθμιστικές αρχές απέδειξαν ότι η ελεύθερη αγορά εργασίας δεν παράγει πάντα την πιο αποτελεσματική, ούτε την πιο δίκαιη τιμολόγηση της ανθρώπινης προσπάθειας.

