Fed και Τράπεζα της Αγγλίας μειώνουν τα επιτόκια

7 Νοεμβρίου 2024

Fed και Τράπεζα της Αγγλίας μειώνουν τα επιτόκια

Στις 7 Νοεμβρίου 2024, δύο από τις σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου προχώρησαν σε νέες μειώσεις επιτοκίων, σηματοδοτώντας τη σταδιακή μετάβαση της διεθνούς οικονομίας από την περίοδο της αυστηρής νομισματικής πολιτικής σε έναν νέο κύκλο χαλάρωσης. Η αμερικανική Federal Reserve (Fed) και η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) ανακοίνωσαν την ίδια ημέρα αποφάσεις που επηρέαζαν το κόστος χρήματος, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης.

σχετικά άρθρα

Η Fed, υπό την προεδρία του Τζερόμ Πάουελ, αποφάσισε ομόφωνα να μειώσει το βασικό εύρος επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς το στο 4,50%-4,75%.

Η κίνηση ακολούθησε τη μεγαλύτερη μείωση των 50 μονάδων βάσης τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν η αμερικανική κεντρική τράπεζα είχε ξεκινήσει τον κύκλο αποκλιμάκωσης του κόστους δανεισμού.

Το οικονομικό περιβάλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε αρχίσει να μεταβάλλεται. Ο πληθωρισμός παρουσίαζε πρόοδο προς τον στόχο του 2%, ενώ η αγορά εργασίας εμφάνιζε ενδείξεις σταδιακής εξισορρόπησης.

Η Fed επιδίωκε να διατηρήσει την οικονομική ανάπτυξη χωρίς να προκαλέσει αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Η απόφαση είχε ιδιαίτερη σημασία επειδή ανακοινώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου 2024, στις οποίες είχε επικρατήσει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Οι διεθνείς αγορές προσπαθούσαν ήδη να αξιολογήσουν τις πιθανές επιπτώσεις της νέας αμερικανικής οικονομικής πολιτικής στους φόρους, στους δασμούς, στο δημόσιο χρέος και στις πληθωριστικές προσδοκίες.

Ο Πάουελ υπογράμμισε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα επηρέαζε τις άμεσες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών.

Την ίδια ημέρα, στο Λονδίνο, η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε μείωση του βασικού της επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, από το 5% στο 4,75%.

Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής ενέκρινε την απόφαση με οκτώ ψήφους υπέρ και μία κατά, καθώς ο βρετανικός πληθωρισμός είχε υποχωρήσει στο 1,7% τον Σεπτέμβριο.

Ωστόσο, η βρετανική κεντρική τράπεζα παρέμενε επιφυλακτική, προειδοποιώντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες και στους μισθούς, δεν είχαν εξαλειφθεί.

Οι δύο αποφάσεις ανέδειξαν μια σημαντική καμπή στη διεθνή οικονομία. Μετά τη μεγάλη αύξηση των επιτοκίων που ακολούθησε την πληθωριστική έκρηξη του 2022, οι κεντρικές τράπεζες άρχισαν να αναζητούν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα των τιμών και στη στήριξη της ανάπτυξης.

Για τις επιχειρήσεις, η αποκλιμάκωση των επιτοκίων δημιουργούσε προοπτικές σταδιακής μείωσης του κόστους χρηματοδότησης. Για τα νοικοκυριά, άνοιγε τον δρόμο για ευνοϊκότερους όρους δανεισμού, αν και η μεταφορά των μειώσεων στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια δεν ήταν αυτόματη.

Για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αποφάσεις επηρέαζαν τις προσδοκίες για τις αποδόσεις των ομολόγων, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τις τραπεζικές μετοχές και τις επενδυτικές στρατηγικές.

Η 7η Νοεμβρίου 2024 αποτύπωσε μια χαρακτηριστική στιγμή της μεταπανδημικής οικονομικής εποχής: οι κεντρικές τράπεζες επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν σταδιακά την περιοριστική πολιτική, χωρίς να επαναλάβουν τα λάθη που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα έξαρση του πληθωρισμού.

Το μεγάλο στοίχημα ήταν η επίτευξη της λεγόμενης «ομαλής προσγείωσης» της οικονομίας, δηλαδή η υποχώρηση του πληθωρισμού χωρίς μια βαθιά ύφεση και χωρίς εκτεταμένες απώλειες θέσεων εργασίας.