Η Τράπεζα της Αγγλίας ρίχνει 150 δισ. στην οικονομία
5 Νοεμβρίου 2020
Στις 5 Νοεμβρίου 2020, η Τράπεζα της Αγγλίας (Bank of England) ανακοίνωσε ένα νέο, τεράστιο πρόγραμμα νομισματικής στήριξης, επιχειρώντας να προστατεύσει τη βρετανική οικονομία από τις συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού και την αβεβαιότητα που δημιουργούσε η ολοκλήρωση του Brexit.
Η κεντρική τράπεζα αποφάσισε να αυξήσει κατά 150 δισεκατομμύρια στερλίνες το πρόγραμμα αγορών κρατικών ομολόγων, ανεβάζοντας το συνολικό ύψος των προγραμματισμένων αγορών βρετανικού δημόσιου χρέους στα 875 δισεκατομμύρια στερλίνες.
Μαζί με τις αγορές εταιρικών ομολόγων ύψους 20 δισεκατομμυρίων, το συνολικό πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης έφτανε πλέον τα 895 δισεκατομμύρια στερλίνες.
Παράλληλα, η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής διατήρησε το βασικό επιτόκιο στο ιστορικά χαμηλό 0,1%, επιδιώκοντας να περιορίσει το κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και το Δημόσιο.
Η απόφαση ελήφθη σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Η βρετανική οικονομία είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα από την πανδημία, ενώ τα νέα περιοριστικά μέτρα προκαλούσαν ανησυχία για την κατανάλωση, την απασχόληση και τις επιχειρηματικές επενδύσεις.
Η ποσοτική χαλάρωση (Quantitative Easing – QE) αποτελούσε το βασικό εργαλείο νομισματικής παρέμβασης. Μέσω αυτής της πολιτικής, η κεντρική τράπεζα δημιουργούσε ηλεκτρονικά αποθεματικά και αγόραζε χρηματοοικονομικούς τίτλους, κυρίως κρατικά ομόλογα, με στόχο τη μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων και τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας.
Η λογική ήταν ότι οι χαμηλότερες αποδόσεις των ομολόγων θα ενίσχυαν τις χρηματοδοτικές συνθήκες, διευκολύνοντας τον δανεισμό και περιορίζοντας τις πιέσεις στη ρευστότητα.
Ωστόσο, η απόφαση είχε και μια σημαντική πολιτική διάσταση. Το Ηνωμένο Βασίλειο ετοιμαζόταν να ολοκληρώσει την αποχώρησή του από την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά στο τέλος του 2020, με τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παραμένουν πηγή αβεβαιότητας.
Η κεντρική τράπεζα προειδοποιούσε ότι η οικονομική ανάκαμψη θα απαιτούσε χρόνο και ότι οι κίνδυνοι παρέμεναν ιδιαίτερα αυξημένοι.
Την ίδια ημέρα, το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών ενέκρινε την αύξηση του ορίου αγορών τίτλων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συνδυασμού νομισματικής και δημοσιονομικής στήριξης.
Η μεγάλη αυτή παρέμβαση ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο των κεντρικών τραπεζών στις σύγχρονες οικονομικές κρίσεις. Ταυτόχρονα, έφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια: ποιο είναι το μακροπρόθεσμο κόστος της εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής;
Οι τεράστιες αγορές ομολόγων μπορούν να περιορίζουν το κόστος δανεισμού, αλλά δημιουργούν και προκλήσεις που συνδέονται με τον πληθωρισμό, τις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων και τη μελλοντική απόσυρση της νομισματικής στήριξης.
Η 5η Νοεμβρίου 2020 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής κατά την οποία οι κεντρικές τράπεζες επιστράτευσαν πρωτοφανή χρηματοπιστωτικά εργαλεία για να αποτρέψουν τη μετατροπή μιας υγειονομικής κρίσης σε βαθύτερη και παρατεταμένη οικονομική κατάρρευση.

