Ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, επανέφερε εμφατικά στον δημόσιο διάλογο την πρόταση περί ασυμβίβαστου της ιδιότητας του υπουργού με αυτή του βουλευτή. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται ως κρίσιμη για την κυβερνητική παράταξη, υπό το βάρος των εξελίξεων γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η πρόταση του Πρωθυπουργού προβλέπει ότι οι υπουργοί που κατέχουν και βουλευτική έδρα θα θέτουν την τελευταία σε αναστολή για όσο διάστημα παραμένουν στο κυβερνητικό σχήμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι έδρες τους θα καταλαμβάνονται από τους πρώτους αναπληρωματικούς των περιφερειών τους. Σύμφωνα με το σκεπτικό, οι υπουργοί θα ανακτούν αυτόματα τη βουλευτική τους ιδιότητα μόλις αποχωρήσουν από την κυβέρνηση.
Η διατύπωση αυτής της πρότασης είχε ως στόχο, όπως αναφέρεται, την αλλαγή της δημόσιας ατζέντας και τη μετατόπιση του διαλόγου από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα ερωτήματα περί διαφθοράς σε πιθανές θεσμικές παρεμβάσεις. Το τηλεοπτικό μήνυμα του Πρωθυπουργού προκάλεσε εκτεταμένες συζητήσεις σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων του Κοινοβουλίου, των κύκλων των συνταγματολόγων και των μέσων ενημέρωσης, ενώ συνοδεύτηκε από σφοδρές επικρίσεις της αντιπολίτευσης για τη στάση του κ. Μητσοτάκη.
Το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή αποτελεί θεσμική πρόβλεψη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετικές εκδοχές εφαρμογής. Για παράδειγμα, η Κύπρος διαθέτει ένα πολύ αυστηρό μοντέλο, ενώ η Γαλλία, με το προεδρικό της σύστημα, επιδεικνύει μεγαλύτερη ευελιξία. Το βελγικό μοντέλο φαίνεται να είναι πιο κοντά στο σκεπτικό του Έλληνα Πρωθυπουργού, καθώς προβλέπει την προσωρινή απώλεια της βουλευτικής έδρας και την αυτόματη επαναφορά της κατά την αποχώρηση από την κυβέρνηση.
Παράλληλα, η πρόταση έχει αντιμετωπίσει κριτική από την αντιπολίτευση και συνταγματολόγους, οι οποίοι επισημαίνουν κενά και αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά της ως προς την καταπολέμηση του πελατειακού συστήματος ή την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή. Ένα από τα επιχειρήματα είναι ότι ένας υπουργός, του οποίου η βουλευτική ιδιότητα έχει ανασταλεί, μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος στις επόμενες εκλογές, δημιουργώντας έτσι έντονο εσωκομματικό ανταγωνισμό μεταξύ του υπουργού και του αναπληρωματικού βουλευτή. Βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος έχουν εκφράσει ιδιωτικά τις επιφυλάξεις τους, καθώς δεν επιθυμούν να καταστούν «όμηροι» οποιουδήποτε υπουργού.
Ο κ. Μητσοτάκης συνέδεσε τη συζήτηση αυτή με τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Επιπλέον, η κυβέρνηση έθεσε στον δημόσιο διάλογο την ιδέα για μείωση του αριθμού των βουλευτών. Η εν λόγω πρόταση δεν απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση, καθώς ο αριθμός των βουλευτών μπορεί να οριστεί με νόμο μεταξύ 200 και 300. Ωστόσο, μια τροποποίηση των περιφερειών της χώρας θα απαιτούσε αυξημένη πλειοψηφία για άμεση ισχύ. Και σε αυτό το σημείο, στελέχη του κυβερνώντος κόμματος εκφράζουν αντιρρήσεις σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αμφισβητώντας την πλήρη εκπροσώπηση της περιφέρειας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Συνολικά, οι χειρισμοί της κυβέρνησης στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δοκιμάζουν τη συνοχή της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Κάποια στελέχη εκφράζουν δυσαρέσκεια και αισθάνονται παραμελημένα, ενώ παρατηρείται διεύρυνση των αποστάσεων με τους εξωκοινοβουλευτικούς της κυβέρνησης, ιδίως με όσους ανήκουν στον στενό κύκλο των συμβούλων του Πρωθυπουργού. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει ανοιχτή, εν αναμονή νέων δικογραφιών και των ψηφοφοριών στην Ολομέλεια της Βουλής για την άρση της ασυλίας των εμπλεκόμενων βουλευτών μετά το Πάσχα, γεγονός που προκαλεί επιφυλάξεις για τις εξελίξεις.

