Σήμα κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία: Γιατί οι αγορές φοβούνται ότι τα χειρότερα για τον πληθωρισμό δεν έχουν έρθει ακόμη

Οι επενδυτές που αγοράζουν κρατικό χρέος εμφανίζονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις κυβερνήσεις

Σήμα κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία: Γιατί οι αγορές φοβούνται ότι τα χειρότερα για τον πληθωρισμό δεν έχουν έρθει ακόμη

Ένα νέο κύμα ανησυχίας διατρέχει τις διεθνείς αγορές, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς σε πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, ενώ οι φόβοι για επίμονο πληθωρισμό, ακριβότερη ενέργεια και αυξανόμενο δημόσιο χρέος επιστρέφουν στο προσκήνιο.

σχετικά άρθρα

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση των 30ετών κρατικών ομολόγων ξεπέρασε το 5,2%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, λίγο πριν ξεσπάσει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται σε Καναδά, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία και Γερμανία, όπου οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων κινούνται επίσης ανοδικά.

Η βασική αιτία πίσω από αυτή την εξέλιξη είναι η κρίση που έχει προκαλέσει η σύγκρουση με το Ιράν και η αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει μεταφερθεί σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών, παραγωγής και κατανάλωσης.

Στις ΗΠΑ, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8%, ενώ ο δείκτης τιμών παραγωγού έφτασε το 6%, το υψηλότερο επίπεδο από την ενεργειακή κρίση του 2022. Οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων, των καυσίμων και πολλών βασικών αγαθών συνεχίζουν να αυξάνονται, εντείνοντας τις πιέσεις στα νοικοκυριά.

Οι επενδυτές αμφισβητούν πλέον τις κυβερνήσεις

Οι επενδυτές που αγοράζουν κρατικό χρέος εμφανίζονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις κυβερνήσεις. Το βασικό ερώτημα που θέτουν είναι αν τα κράτη έχουν πραγματικό σχέδιο για να διαχειριστούν τα τεράστια χρέη που συσσώρευσαν τα προηγούμενα χρόνια ή αν απλώς συνεχίζουν να τα αναχρηματοδοτούν επ’ αόριστον.

Έρευνα της Bank of America έδειξε ότι το 62% των διαχειριστών κεφαλαίων εκτιμά πως οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων θα φτάσουν το 6% μέχρι το τέλος του έτους, επίπεδο που έχει να εμφανιστεί από το 1999.

Η άνοδος των επιτοκίων έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την πραγματική οικονομία. Τα στεγαστικά δάνεια γίνονται ακριβότερα, η αγορά ακινήτων επιβραδύνεται, οι επιχειρήσεις δανείζονται με υψηλότερο κόστος και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για την εξυπηρέτηση χρεών.

Παράλληλα, οι χρηματιστηριακές αγορές δείχνουν σημάδια κόπωσης. Αν εξαιρεθούν οι μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και οι τεχνολογικοί κολοσσοί, η ευρύτερη αγορά στις ΗΠΑ εμφανίζει περιορισμένη δυναμική, γεγονός που εντείνει τους προβληματισμούς για τη βιωσιμότητα των σημερινών αποτιμήσεων.

Ανησυχία προκαλεί και η κατάσταση του αμερικανικού δημόσιου χρέους. Οι πληρωμές τόκων ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 1 τρισ. δολάρια ετησίως, ποσό που πλέον είναι μεγαλύτερο από τις αμυντικές δαπάνες της χώρας.

Γιατί η κατάσταση θεωρείται πιο δύσκολη από το παρελθόν

Η σημερινή συγκυρία διαφέρει σημαντικά από προηγούμενες περιόδους υψηλού πληθωρισμού. Στη δεκαετία του 1980, ο τότε πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Πολ Βόλκερ, κατάφερε να περιορίσει τον πληθωρισμό αυξάνοντας τα επιτόκια έως και στο 20%. Όμως τότε το αμερικανικό χρέος αντιστοιχούσε περίπου στο 30% του ΑΕΠ. Σήμερα το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια για τόσο επιθετικές παρεμβάσεις.

Πολλοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα. Αν αυξήσουν σημαντικά τα επιτόκια, κινδυνεύουν να επιβαρύνουν υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά και την ανάπτυξη. Αν δεν τα αυξήσουν αρκετά, ο πληθωρισμός μπορεί να παγιωθεί σε υψηλά επίπεδα για πολλά χρόνια.

Την ίδια στιγμή, οι δημογραφικές εξελίξεις, η γήρανση του πληθυσμού, οι εμπορικές εντάσεις, οι δασμοί και η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού δημιουργούν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις που δεν υπήρχαν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η εποχή του σχεδόν δωρεάν κρατικού δανεισμού έχει πλέον τελειώσει και ότι οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις τα επόμενα χρόνια. Παρότι δεν θεωρείται πιθανή μια άμεση κατάρρευση των αγορών ή της αμερικανικής οικονομίας, το κλίμα έχει αλλάξει αισθητά. Το βασικό σενάριο που κυριαρχεί πλέον είναι μια παρατεταμένη περίοδος ακριβότερου χρήματος, υψηλότερων επιτοκίων και επίμονου πληθωρισμού, με συνέπειες που θα γίνουν αισθητές σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.