Μητσοτακης και Τσίπρας ξεθάβουν τα παλιά πολιτικά τσεκούρια

Συνθήκες πόλωσης πίσω στο 2019

Μητσοτακης και Τσίπρας ξεθάβουν τα παλιά πολιτικά τσεκούρια

Η διαφθορά γίνεται πάλι το νέο πεδίο της μετωπικής σύγκρουσης. Ο πρωθυπουργός πέρασε στην προσωπική αντεπίθεση, επαναφέροντας τον νόμο Παρασκευόπουλου και τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα του 2019. Ο πρώην πρωθυπουργός απαντά με βαριές κατηγορίες για την ΑΑΔΕ, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα funds. Στο βάθος, μια πολιτική αναμέτρηση με φόντο τις επόμενες κάλπες και τη διεκδίκηση του αντιπολιτευτικού χώρου.

σχετικά άρθρα

Η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Κυριάκου Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα περνά σε μια νέα φάση, με τη διαφθορά να μετατρέπεται σε κεντρικό πεδίο σύγκρουσης και τους δύο πολιτικούς να επιλέγουν πλέον την κατά μέτωπο αναμέτρηση. Οι τελευταίες παρεμβάσεις τους δείχνουν ότι η περίοδος των προσεκτικών αποστάσεων τελειώνει και ότι το πολιτικό παιχνίδι αποκτά ολοένα και πιο προσωπικά χαρακτηριστικά.

Η αφορμή δόθηκε από τη σφοδρή επίθεση του Αλέξη Τσίπρα κατά του πρωθυπουργού, τον οποίο χαρακτήρισε «αρχιερέα της διαφθοράς», σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό BEST της Καλαμάτας. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει τις υποθέσεις που βρίσκονται το τελευταίο διάστημα στο προσκήνιο με την κυβερνητική διαχείριση, θέτοντας στο στόχαστρο την ΑΑΔΕ, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και συνολικά τον τρόπο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού.

Δεν περιορίστηκε, όμως, εκεί. Επανέφερε το ζήτημα των κόκκινων δανείων και των funds, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι δημιούργησε ένα πλαίσιο που επέτρεψε την επιθετική διαχείριση των οφειλών των πολιτών. Παράλληλα, έθεσε ερωτήματα για την απόσυρση του άρθρου 23, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε νίκη των δανειοληπτών.

Το μήνυμα του Τσίπρα ήταν σαφές: δεν επιστρέφει στην πολιτική σκηνή για να διεκδικήσει απλώς έναν ρόλο στη δεύτερη θέση της αντιπολίτευσης. Από την Καλαμάτα ξεκαθάρισε ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει έναν πολιτικό πόλο που θα διεκδικήσει την εξουσία, υποστηρίζοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει η δεύτερη θέση αλλά η προοπτική της νίκης.

Η απάντηση Μητσοτάκη και τα «γραμμάτια» του 2019

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν άφησε αναπάντητη την πρόκληση. Στη συνέντευξή του στον Alpha 98,9, με τους Τάκη Χατζή και Αθηναΐδα Νέγκα, επέλεξε να απαντήσει με μια πολιτική αναδρομή στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, βάζοντας στο επίκεντρο δύο συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις: τον νόμο Παρασκευόπουλου του 2015 και τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα λίγο πριν από τις εκλογές του 2019.

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν μπορεί να εμφανίζεται σήμερα ως τιμητής της διαφάνειας και της νομιμότητας, υπενθυμίζοντας ότι ο τότε πρωθυπουργός είχε επιλέξει να κρατήσει ανοιχτή τη Βουλή μετά τις ευρωεκλογές του 2019, προκειμένου να προχωρήσει στην αλλαγή του Ποινικού Κώδικα.

Μάλιστα, παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα για τις ποινές που, όπως είπε, μειώθηκαν με τις τότε τροποποιήσεις, αναφερόμενος στη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και στην παθητική δωροδοκία, ενώ έκανε ειδική μνεία στις μεταγενέστερες αλλαγές για τον ομαδικό βιασμό.

Η πιο αιχμηρή στιγμή της παρέμβασής του ήρθε όταν απηύθυνε στον Αλέξη Τσίπρα το ερώτημα «ποια γραμμάτια εξαργύρωσε» με την επιλογή του να κρατήσει ανοιχτή τη Βουλή. Πρόκειται για μια βαριά πολιτική αιχμή, με την οποία το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τις σημερινές καταγγελίες στην πολιτική και νομοθετική παρακαταθήκη της προηγούμενης κυβέρνησης.

Ο πρωθυπουργός, από την πλευρά του, υπερασπίστηκε την κυβερνητική στρατηγική κατά της φοροδιαφυγής, υποστηρίζοντας ότι οι μεγάλες υποθέσεις που αποκαλύπτονται το τελευταίο διάστημα είναι αποτέλεσμα συστηματικής δουλειάς των αρμόδιων αρχών. Ειδική αναφορά έκανε στη δημιουργία του λεγόμενου «ελληνικού FBI», αλλά και στη συνεργασία της υπηρεσίας με την ΑΑΔΕ και τις αρχές που ασχολούνται με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι η αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν εξαντλείται στις καταγγελίες, αλλά κρίνεται από τα αποτελέσματα των ελέγχων και των ερευνών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέμεινε ότι οι υποθέσεις που βλέπουν σήμερα το φως της δημοσιότητας ερευνώνται εδώ και χρόνια, απορρίπτοντας την κριτική ότι η ανάδειξή τους συνδέεται με την προεκλογική περίοδο.

Δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας πραγματικότητας

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της σύγκρουσης. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να παρουσιάσει τις αποκαλύψεις ως απόδειξη ότι το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σημερινό κυβερνητικό σύστημα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντίθετα, επιχειρεί να εμφανίσει τις ίδιες υποθέσεις ως απόδειξη ότι οι κρατικοί μηχανισμοί λειτουργούν, ερευνούν και αποκαλύπτουν παραβατικές συμπεριφορές.

Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές πολιτικές αναγνώσεις, οι οποίες θα κριθούν τελικά από τα πραγματικά στοιχεία των ερευνών, τη δικαστική εξέλιξη των υποθέσεων και την αποτελεσματικότητα των θεσμών.

Ωστόσο, η αντιπαράθεση έχει και μια δεύτερη διάσταση. Δεν αφορά μόνο το ποιος θα επικρατήσει στη συζήτηση για τη διαφθορά, αλλά και το ποιος θα καταφέρει να διαμορφώσει την πολιτική ατζέντα των επόμενων μηνών.

Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι για να αποκτήσει πολιτικό βάρος η επιστροφή του χρειάζεται μια διακριτή ταυτότητα απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και απέναντι στα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η επιλογή της μετωπικής σύγκρουσης με τον πρωθυπουργό τού επιτρέπει να εμφανίζεται ως ο βασικός διεκδικητής του αντιπολιτευτικού χώρου, χωρίς να περιορίζεται σε μια συζήτηση για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς.

Από την άλλη πλευρά, ο Μητσοτάκης δεν έχει λόγο να αφήσει αναπάντητες τις επιθέσεις ενός πολιτικού που επιχειρεί να επανέλθει ως κεντρικός αντίπαλός του. Επαναφέροντας τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρεί να υπενθυμίσει στους ψηφοφόρους ότι η πολιτική αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένη από το κυβερνητικό παρελθόν.

Το πολιτικό παρελθόν επιστρέφει, αλλά το ζητούμενο είναι το παρόν

Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δύο πλευρές επιλέγουν να κοιτάξουν προς τα πίσω για να χτίσουν το επιχείρημά τους για το αύριο. Ο ένας επικαλείται τις κυβερνητικές ευθύνες της περιόδου 2019-2026, ο άλλος τις επιλογές της περιόδου 2015-2019.

Μόνο που η κοινωνία δεν ψηφίζει με αποκλειστικό κριτήριο τις αναμνήσεις. Η ακρίβεια, η καθημερινότητα, η λειτουργία της Δικαιοσύνης, η φοροδιαφυγή, η προστασία των δανειοληπτών και η αξιοπιστία των θεσμών αποτελούν ζητήματα που απαιτούν απαντήσεις στο παρόν.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό στοίχημα. Ο Μητσοτάκης καλείται να αποδείξει ότι η κυβερνητική του πολιτική παράγει αποτελέσματα και ότι οι υποθέσεις που αποκαλύπτονται δεν αποτελούν απλώς μια σειρά διαχειριστικών κρίσεων. Ο Τσίπρας, από την πλευρά του, καλείται να παρουσιάσει κάτι περισσότερο από μια επιθετική αντιπολιτευτική ρητορική: ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης που θα απαντά στα προβλήματα της επόμενης ημέρας.

Η νέα μετωπική σύγκρουση δείχνει ότι το πολιτικό σκηνικό εισέρχεται σε μια περίοδο μεγαλύτερης έντασης. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος θα εκτοξεύσει τον βαρύτερο χαρακτηρισμό ή ποιος θα θυμίσει στον αντίπαλό του τα περισσότερα λάθη του παρελθόντος.

Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα καταφέρει να πείσει ότι έχει απαντήσεις για το μέλλον. Γιατί οι πολιτικές μονομαχίες μπορεί να κερδίζονται με ατάκες, αλλά οι εκλογικές αναμετρήσεις κρίνονται τελικά από την αξιοπιστία, τις προτάσεις και την εμπιστοσύνη των πολιτών.